Democracia Corinthiana (για τον Σόκρατες…)

Του Γιάννη Ξένου, από τη ΡΗΞΗ που κυκλοφορεί

Απεβίωσε πριν λίγες μέρες ο σπουδαίος Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής της δεκαετίας του ’80, Σόκρατες. Ο Σόκρατες υπήρξε μια πολυσχιδής προσωπικότητα, αφού, πέρα από αρχηγός της εθνικής Βραζιλίας στο Μουντιάλ του ’82, ήταν πολιτικός ακτιβιστής, γιατρός, φιλόσοφος, καλλιτέχνης και πολλά άλλα. Το όνομα του Σόκρατες μνημονεύεται για δύο πράγματα, υπήρξε ένας αρτίστας ποδοσφαιριστής, αλλά και ένας κοινωνικός αγωνιστής, που έδωσε σημαντικό αγώνα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα του.

Α ς ξετυλίξουμε το νήμα της ζωής του Σόκρατες από την αρχή. Το όνομά του το οφείλει στην αγάπη του πατέρα του για την αρχαία ελληνική ιστορία. Ο πατέρας του  έμαθε ανάγνωση διαβάζοντας ιστορικά κείμενα, με αποτέλεσμα να ερωτευτεί την αρχαία ελληνική ιστορία. Ήταν τέτοια η αγάπη του για την αρχαία Ελλάδα, που τα ονόματα που έδωσε στα τρία από τα τέσσερα αγόρια του ήταν Σωκράτης, Σωσθένης (Μακεδόνας στρατιωτικός και πολιτικός του 3ου αι. π.Χ.) και Σοφοκλής, του ξέφυγε μόνο ο μικρότερος, ο Ράι, που έγινε και αυτός σημαντικός ποδοσφαιριστής. Η φτωχική του καταγωγή δεν στάθηκε εμπόδιο στο να σπουδάσει ιατρική και μόνο όταν πήρε το πτυχίο του, το 1978, υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο, σε ηλικία 24 ετών! Παρότι στις αρχές της δεκαετίας του ’80 υπήρξε ποδοσφαιριστής σε κορυφαίο επίπεδο, δεν εγκατέλειψε τις σπουδές του, αφού παράλληλα ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην αθληιατρική.

Τα χρόνια της Κορίνθιανς
Τα καλύτερα ποδοσφαιρικά του χρόνια τα πέρασε στην Κορίνθιανς. Εκεί, σε 300 αγώνες σημείωσε περίπου 200 γκολ (αν και μέσος) και οδήγησε την ομάδα στην κατάκτηση τριών περιφερειακών πρωταθλημάτων (1979, 1982, 1983). Αλλά κανένα από αυτά τα ενδογηπεδικά επιτεύγματα δεν συγκρίνεται με όσα έγιναν στην Κορίνθιανς εκείνα τα χρόνια (1978-1984). Η Κορίνθιανς στη Βραζιλία είναι η ομάδα που στηρίζουν τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 τη διοίκηση ανέλαβαν αρκετά φιλελεύθεροι άνθρωποι, με αποτέλεσμα ο Σόκρατες και οι ριζοσπαστικοποιημένοι συμπαίκτες του να έχουν την ευκαιρία να δημοκρατικοποιήσουν τον τρόπο λειτουργίας της ομάδας, αλλά και να συμβάλουν στον αντιδικτατορικό αγώνα του βραζιλιάνικου λαού. Η Κορίνθιανς στις φανέλες της αντί για χορηγούς τύπωνε δημοκρατικά συνθήματα όπως «Θέλω να ψηφίσω για πρόεδρο», τη λέξη «Δημοκρατία», όταν κατέκτησαν το πρωτάθλημα το 1982, ή προτροπές για συμμετοχή των πολιτών στις περιφερειακές εκλογές, «στις 15 του μήνα ψηφίστε», αυτά σε μια Βραζιλία που από το 1964 κυβερνούνταν από στρατιωτική δικτατορία και εκείνα τα χρόνια δινόταν ένας μεγάλος αγώνας για να επανέλθει η δημοκρατία, όπως και έγινε το 1985. Ο ίδιος εξηγούσε πως, όταν το 1964 έγινε το πραξικόπημα, θυμόταν τον πατέρα του να καίει ένα βιβλίο για τους μπολσεβίκους για να μην του το βρει η χούντα. Και συνέχιζε: «Αυτό το γεγονός φούντωσε το ενδιαφέρον μου για την πολιτική. Το ποδόσφαιρο ήρθε κατά τύχη. Ήμουν ένα παιδί της δικτατορίας. Πάντα είχα το βλέμμα μου στραμμένο στις κοινωνικές αδικίες της χώρας και είχα συναδέλφους και συμφοιτητές που έπρεπε να κρύβονται ή να αποδράσουν. Απλώς έτυχε να είμαι καλός στο ποδόσφαιρο». Στη «Δημοκρατία της Κορίνθιανς», ως ηγέτης και σύμβολο της ομάδας συνέβαλε στην εδραίωση ενός μοντέλου δημοκρατίας που οι ποδοσφαιριστές αποφάσιζαν με πλειοψηφία για μια σειρά ζητημάτων, από την ώρα του γεύματος, μέχρι την πρόσληψη ή την απόλυση κάποιου ανθρώπου.

Το πέρασμα στην Ευρώπη και η εθνική Βραζιλίας
Η χούντα είχε αρχίσει να του κάνει το βίο αβίωτο, ενώ και οι σειρήνες από την Ευρώπη ηχούσαν πιο δυνατά, παρ’ όλα αυτά ο πολιτικός αγώνας παρέμενε γι’ αυτόν πρώτη προτεραιότητα. Το 1984, σε πολιτική συγκέντρωση, μπροστά σε 1.500.000 κόσμο, υποσχέθηκε πως θα απέρριπτε κάθε πρόταση από την Ιταλία και θα παρέμενε στην πατρίδα του, εάν η βουλή περνούσε τη συνταγματική αναθεώρηση που προέβλεπε μεταξύ άλλων ελεύθερες εκλογές. Η πρόταση δεν πέρασε για λίγες ψήφους και αυτός έκανε το πέρασμα στην Ιταλία. Το κάλτσιο για τον ντελικάτο Βραζιλιάνο, που δεν ήταν ποτέ φίλος της προπόνησης και κάπνιζε από τα δεκατρία του χρόνια δύο πακέτα τσιγάρα, δεν ήταν το κατάλληλο περιβάλλον. Προσπάθησε να προσηλυτίσει τους συμπαίκτες του στη Φιορεντίνα σε ένα πείραμα παρόμοιο με αυτό της Κορίνθιας, αλλά οι ψυχροί Ευρωπαίοι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές δεν ανταποκρίθηκαν και γρήγορα απομονώθηκε από την υπόλοιπη ομάδα. Δεν έχασε τον καιρό του όμως, η Φλωρεντία ήταν η κατάλληλη πόλη για να παρακολουθήσει ένα σεμινάριο ιστορίας της τέχνης και την επόμενη χρονιά επέστρεψε στη Βραζιλία, αλλά το ποδόσφαιρο σε συλλογικό επίπεδο τον είχε κουράσει. Ενδιαφέρον έβρισκε μόνο στην αγαπημένη εθνική Βραζιλίας. Με την οποία, στο μουντιάλ του 1982, παρουσίασαν με τον Ζίκο και άλλους αστέρες της εποχής μια πολύ θεαματική ομάδα, αλλά η Ιταλία του αντιποδοσφαίρου τους στέρησε την πρόκριση στα ημιτελικά. Ο ίδιος πάντως σε εκείνο τον αγώνα έβαλε ένα από τα πιο όμορφα γκολ του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Το 1986, στα τριάντα δύο του πια, έλαβε μέρος στο τελευταίο του μουντιάλ και εκεί η Γαλλία του Πλατινί στα πέναλντι του στέρησε την πρόκριση στα ημιτελικά, το παιχνίδι σκοπιμότητας των Ευρωπαίων κέρδισε άλλη μια φορά τη θεαματική Βραζιλία και τα αξιοθαύμαστα τακουνάκια του. (Είχε το προσωνύμιο «Το τακουνάκι του Θεού», αφού το ανάποδο ποδόσφαιρο με τα πολλά και περίτεχνα τακουνάκια του έδινε τη δυνατότητα να ξεφεύγει από τους πιο γρήγορους και αθλητικούς αντιπάλους του.)

Ο Σόκρατες πέρα από το ποδόσφαιρο
Με το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας έκανε ένα διδακτορικό στη φιλοσοφία, ενώ άρχισε να ασκεί επαγγελματικά την ιατρική. Η πολιτική δεν έπαψε ποτέ να τον απασχολεί και από τη στήλη του στο εβδομαδιαίο πολιτικό περιοδικό Carta Capital έπαιρνε θέση για τα πολιτικά και εθνικά θέματα της Βραζιλίας. Υποστηρικτής του Λούλα στην προσπάθειά του να εκλεγεί πρόεδρος, είχε απομακρυνθεί τα τελευταία χρόνια από αυτόν, γιατί έβλεπε ότι οι κοινωνικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της χώρας δεν μειωνόταν με την ταχύτητα που ήλπιζε, αλλά και για οικολογικά ζητήματα, όπως για τη συνεχιζόμενη καταστροφή του Αμαζονίου. Έπαιρνε θέση ενάντια στη μετατροπή της Βραζιλίας σε μια μεγάλη περιφερειακή χώρα και ηγεμονική στη Λατινική Αμερική, λέγοντας: «Δεν μου αρέσει αυτή η Βραζιλία, που έρχεται ν’ αντικαταστήσει τη θέση των Γιάνκηδων, στη Νότια Αμερική». Συνέχιζε να προτείνει ριζοσπαστικά πράγματα και για το ποδόσφαιρο, όπως να μειωθούν οι παίκτες της κάθε ομάδας σε 9 από 11, γιατί με την ταχύτητα και τη δύναμη που έχουν πια οι ποδοσφαιριστές, χρειάζεται να απελευθερωθεί χώρος για να γίνει το άθλημα και πάλι θεαματικό.
Ο Σόκρατες είχε δύο μεγάλες αδυναμίες, το τσιγάρο και το ποτό, προσπάθησε εκατοντάδες φορές να κόψει το τσιγάρο, αλλά δεν τα κατάφερε, το ίδιο και το ποτό. Ο οργανισμός του τα τελευταία χρόνια είχε εξασθενήσει σημαντικά, φέτος είχε διακομιστεί τρεις φορές στο νοσοκομείο και έφτασε μια ήπια τροφική δηλητηρίαση να του προκαλέσει ισχυρή κρίση, και το σηπτικό σοκ που ακολούθησε να του στερήσει τη ζωή. Τουλάχιστον τώρα θα έχει την ευκαιρία να συναντήσει δύο από τις προσωπικότητες που τον σημάδεψαν περισσότερο τον Τσε Γκεβάρα και τον Τζον Λένον.

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Δώστε λελούδια στους μπλόγκερς που σιγήσανε…

Ο σύντροφος τσιπιρίπο έχει χόμπι να ανοίγει μπλόγκς και μετά να τα παρατάει. Το έκανε από παλιά, συχνά μάλιστα διαγράφοντας  ολόκληρο το περιεχόμενό τους. Σε αυτή την διαδικασία δημιουργικής καταστροφής ουκ ολίγα κείμενα, που θα θέλαμε να τάχουμε, χάθηκαν και δεν εξαναβρίσκονται, με χαρακτηριστικό παράδειγμα που μούρχεται τώρα, εκείνο το ντεμπωρικά πριμαντονίστικο σημείωμα για τα μπαρ, την αλλοτρίωση  και τη νύχτα τη σκοτεινή και ερεβώδη. Δια το λόγο τούτο θα περισώσω εδώ, τώρα που μπορώ, ένα εξαιρετικό κείμενο για την Κύπρο, από το όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, όταν ο εν λόγω σύντροφος φίδιαζε στο ΚΨΜ της ΕΛΔΥΚ.

 

ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ

Στην ΕΛΔΥΚ, επτάμιση στους δέκα στρατιώτες γράφουν στ’ αρχίδια τους την Κύπρο, την ιστορία, το δράμα, και το μέλλον της. Άλλοι δύο, θα της χαρίσουν ‘κάνα τέταρτο που και που, μάλλον ως άλλοθι, για να ξεμπερδεύουν με κάτι βαθύτερα αισθήματα που νοιώθουν σαν αντικρίζουν την πράσινη γραμμή. Παρ’ όλα αυτά, η «φλογίτσα που τσιρίζει στις κλειδώσεις» επιβιώνει ακόμα μέσα τους, στα δημοτικά και τα λαϊκά τραγούδια που σιγοψυθιρίζουν σε σκοπιές και αγγαρείες αλλά και σε κάτι ανεξήγητες εμμονές (π.χ. για τους Τούρκους) που οι σύγχρονοι ταγοί της λοβοτομής αποκαλούν «στερεότυπα». Αυτοί μας κάνουν άλλο μισό –δηλαδή σύνολο οκτώ. Οι άλλοι δύο δεν μιλάμε μεταξύ μας, καθ’ ως ανήκουμε σε δύο διαφορετικών ειδών άκρα –και εν πάσει περιπτώσει κατά την άποψή μου, οι Ελλαδίτες φασίστες θα πρέπει να σιωπούν για το νησί γιατί τα έκαναν σκατά το ’74.

Ίδια φαντάζομαι, θα είναι τα αποτελέσματα μιας αντίστοιχης σφυγμομέτρησης μεταξύ των Νεοκυπρίων –απλά αντεστραμμένη, ωσάν να κοιτάς στον καθρέφτη. Επτάμιση νεοκύπριοι μας γράφουν στ’ αρχίδια τους, έχοντας τα αδελφικά τους αντανακλαστικά ναρκωμένα από τις αφασιακές επιδράσεις της offshore υπόστασής τους. Άλλοι δύο, θα ξορκίζουν τα φαντάσματα του παλιού τους εαυτού, μ’ ένα χαμόγελο ή ένα νεύμα, θα κοντοσταθούν με ύφος «ναι, αδέρφια είμαστε, έχουμε όμως και δουλειές». Μένει ένας του ΕΛΑΜ, που θα συνομωτεί με τον φασίστα για την οικειοποίηση του ενωτικού αγώνα, κι ο δικός μας, του Βάσσου, μαζί να κάνουμε όνειρα θερινής νυκτός για την εξέγερση των Ελλήνων της Κύπρου εναντίον του αλλοτριωμένου νεοκύπριου προδότη εαυτού τους.

***

Η κυριαρχία των τραπεζών στην Κύπρο είναι, λέει, αμείλικτη. Να και ακόμη ένα φαινόμενο για το οποίο η ευημερία λειτούργησε ως ναρκωτικό του λαού, αφήνοντάς του αμέτοχο από εξελίξεις που θα καθορίσουν μακροπρόθεσμα το μέλλον του. Γιατί στους καιρούς της κίβδηλης ευημερίας όλοι τρώνε και γλεντάνε μέσα στο αποκρουστικό κλίμα σε στυλ ρωμαϊκής παρακμής. Όταν τα όργανα παύουν, όμως, και το πανηγύρι τελειώνει, αποκαλύπτονται οι ανισότητες στην δύναμη και την εξουσία που τόσον καιρό υπόγεια ενισχύονταν. Πάντοτε, τους καιρούς των παχιών αγελάδων, η διαφορά των αρχουσών τάξεων από τον λαό έγκειται στο γεγονός ότι οι πρώτες δεν βυθίζονται μόνον στο φαγοπότι αλλά και φροντίζουν να ενδυναμώνουν τη θέση τους μέσα στην κοινωνία ενώ οι άλλοι ζουν στον κόσμο τους. Έτσι τώρα, κάποιοι έκπληκτοι διαπιστώνουν την αδυναμία τους –και κάποιοι άλλοι ευτυχείς επιβεβαιώνουν την δύναμή τους. Το δίδαγμα ποιο είναι; Πίσω από τις γυαλισμένες βιτρίνες, η κυπριακή κοινωνία παρέμενε μια ταξική κοινωνία, και τούτο θα φανεί τώρα που το πάρτι τελειώνει.

***

Όλη η Κύπρος παίρνει αντικαταθλιπτικά. Εμ, βλέπετε, η νεοκυπριακή συνείδηση, ντοπαρισμένη με ψέματα, λήθη και καταναλωτικά σκουπίδια είναι μια δυστυχισμένη συνείδηση. Γι’ αυτό καταντά να συντηρείται με τεχνητά σκευάσματα, προκειμένου να συνεχίσει στον στίβο της νεοκυπριακής καθημερινότητας, τον γεμάτο πολυκαταστήματα κι εγκαταλειμμένα οδοφράγματα της πράσινης γραμμής. Κατά τα άλλα, πρέπει να παραδεχθούμε ότι καταγράφεται μια τομή. Στους καιρούς της τυραννίας της ευτραπελίας, του οργουελιανού «όλα βαίνουν καλώς», η κατάθλιψη αποτελούσε μια πράξη αντίστασης, ένα αντικομφορμιστικό διάβημα έναντι στην επελαύνουσα χαζομάρα. Τώρα είναι ο κανόνας –κι έτσι οι νεοκύπριοι μοιάζουν σαν τους κλόουν με το λυπημένο ύφος κάτω από το ζωγραφισμένο χαμόγελο. Σ’ αυτό το αναποδογύρισμα όρθιοι θα μείνουν μόνον όσοι έχουν αποκαλύψει τις βαθιές ρίζες τους στην ελληνικότητα, πράγμα που σήμερα αποτελεί ούτως ή άλλως μείζονα αντιστασιακή πράξη. Ο καιρός, και όχι η κάλπη, θα το δείξει.

***

Περίεργοι οι αναρχικοί της Κύπρου. Έχουν τόσο έντονη την πτυχή της κατανάλωσης ενός δήθεν τρόπου ζωής και της επιφανειακής εξέγερσης που τον συνοδεύει. Φαίνεται ακόμα και στα ρούχα τους. Μ’ όλα αυτά, θα μπορούσαν άνετα να λάβουν μέρος σε οποιοδήποτε σόου αλά «Ελλάδα έχεις ταλέντο», διαλέγοντας βεβαίως τους πιο ροκ και αντεργκράουντ ρόλους. Κατά τα άλλα κυκλοφορούν αφίσες στα Τούρκικα και τα Αγγλικά, και γράφουν λευτεριά στην Παλαιστίνη με την πλάτη γυρισμένη στην Πράσινη Γραμμή. Περνούν τα βράδια τους σ’ ένα πλακόστρωτο έξω από μια εκκλησία, παίζοντας για μερικές ώρες τους μπήτνικ, για να επιστρέψουν αργότερα στο σπίτι. Αυτή την εκκλησία-μνημείο ενίοτε λερώνουν με συνθήματα μαλακίες –τα οποία βέβαια ποτέ δεν τολμούν να τα γράψουν πάνω στους γυάλινους πύργους, ναούς του χρήματος. Φαίνεται οι δεύτεροι είναι πιο πολύ του γούστου των Κύπριων αναρχικών… και βέβαια οι μπάτσοι του Χριστόφια φυλούν μόνο τους ναούς του χρήματος κι όχι τις εκκλησίες.

***

Στις ρωγμές της κοινωνίας της κατανάλωσης και του θεάματος, εκεί όπου είναι αδιάφορα για το κτήνος της αλλοτρίωσης και της κερδοφορίας, επιβιώνουν οι πιο αυθεντικές εκφράσεις μιας κοινωνίας που ήξερε να αντιστέκεται και να οικοδομεί σχέσεις κοινοτισμού και αλληλεγγύης.

Έτσι, στην Κύπρο, μια βαθιά πολιτική κοινωνία, οι παππούδες συνεχίζουν ακόμα τις τεράστιες, καταπληκτικές συζητήσεις στα αντιπολιτευόμενα κυπριακά καφενεία. Επιμένουν να περνούν την τρίτη τους ηλικία όλοι μαζί, και δεν έχουν εκμηδενιστεί εντελώς από την τηλεόραση και την απομόνωση στο σπίτι, όπως οι Καλαμαράδες.

Στοιχεία αντίστασης και ενός αριστοφανικού, βαθιά θυμόσοφου και αντιεξουσιαστικού τρόπου θέασης του βίου, θα συναντήσει κανείς και στο διάχυτο χιούμορ που ακόμα επιβιώνει μέσα στην κυπριακή καθημερινότητα. Το χιούμορ είναι το ψυχολογικό υπερόπλο του αντιστεκόμενου κυπριακού ελληνισμού, ενάντια στο ζόφο που έχει κατακαθίσει πάνω τους μετά την εισβολή και τα κύματα του νεοκυπριωτισμού.

Είναι, επίσης, οι μαθητές. Κάτι στην Κύπρο, μια ακατέργαστη, τραχιά συνείδηση επαγρύπνησης προστατεύει τη νεολαία από τα πρώτα της αγνά βήματα. Μετά, βέβαια, το σχολείο έρχεται ο καιάδας του νεοκυπριωτισμού. Αλλά τουλάχιστον, στα σχολεία τα πράγματα δεν πρέπει να είναι όπως στων Καλαμαράδων, που από τα 10 τα αγόρια θέλουν να γίνουν άφυλοι τραγουδιστές και τα κορίτσια μαθαίνουν σ’ αυτή την τόσο χαρακτηριστική εκποίηση του σώματος και της αξιοπρέπειας που κάποιοι αθυρόστομοι δικαιώς την χαρακτηρίζουν λάϊφ στάιλ πουτανιά.

Αυτή, δε η αγνή και ακατέργαστη τραχιά συνείδηση της αγωνιστικής επαγρύπνισης τείνει να γίνει βορά στις σαρκοβόρες διαθέσεις του ΕΛΑΜ. Η αιτία είναι ότι όλες σχεδόν οι κομματικές μαθητικές παρατάξεις, προσπαθούν από πολύ νωρίς να τους μεταδώσουν την αλφαβήτα του ξεπουλήματος που προβλέπεται να συλλαβίζουν σε όλη τους την ζωή, και το εφηβικό ένστικτο αντιδρά σ’ αυτήν την πρόωρη ξεφτίλα. Κάπου εκεί, και δοθέντος του αποπροσανατολισμού και της αδυναμίας των αυτόνομων, οι φασίστες μυρίζονται νέο αίμα και λανσάρουν έναν σκοτεινό ακροδεξιό ριζοσπαστισμό, θρασύδειλης βεβαίως εκδοχής, γιατί αυτό είναι το μόνο επίπεδο της τόλμης που μπορεί να φτάσουν οι γόνοι μιας καταναλωτικής κοινωνίας. Η πράξη αυτή αποτελεί έναν φρικαλέο βιασμό αγνών αντιστασιακών ενστίκτων, έχει σπόνσορα τον οδοστρωτήρα του ΑΚΕΛ που σαφώς βολεύεται από αυτή την κατάσταση, και είναι το μόνιμο δικό μας άγος –γιατί θέλουμε και πρέπει να την ανατρέψουμε άμεσα και πάσει θυσία.

***

Οι νεοκύπριοι έχουν ερωτική σχέση με το αυτοκίνητό τους –κι αυτό αποτελεί ένα ακόμα αδιάσειστο πειστήριο του βαθύτερου ευνουχισμού στον οποίον έχουν υποβληθεί. Γι’ αυτό και τα ποδήλατα έχουν ανακηρυχθεί εχθρικά οχήματα από τους οδηγούς, οι οποίοι τα κυνηγούν μανιωδώς σα σε βίντεο γκέιμ. Απέναντί τους πασχίζουν να επιβιώσουν τρεις συνομοταξίες. Οι μετανάστες, που οδηγούν κάτι ξεφούσκωτα σούργελα και αποδεικνύουν περίτρανα ότι το ποδήλατο είναι πάνω απ’ όλα ένα γνήσιο προλεταριακό όχημα, σύντροφος των φτωχών στον καθημερινό τους κάματο. Μετά έρχονται τα λάιφ στάιλ φρικιά, που έχουν εισάγει τα ποδηλατικά ήθη από την Αθήνα ή τη Βαρκελώνη, και οι οποίοι εσχάτως σπονσοράρονται από τις σχετικές καμπάνιες του Δήμου Λευκωσίας, ο οποίος κάπου πρέπει να ξεπλύνει τη συνενοχή του στον συστηματικό βιασμό της εναπομείνασας ελεύθερης πόλης. Αυτή η συνομοταξία, διακρίνεται από τις άλλες επειδή οδηγάει τα πιο ακριβά ποδήλατα, κατασκευασμένα με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Τέλος, το ενωτικό κίνημα αντιπροσωπεύεται από τους συμπαθείς παππούδες, που οδηγούν κάτι πανάρχαια κουρσούμια στολισμένα με ελληνικές σημαίες, τα οποία παραπέμπουν βέβαια στα ποδήλατα με τα οποία τα νεαρά στελέχη της ΕΟΚΑ αλώνιζαν πόλεις και υπαίθρους μεταφέροντας τα μηνύματα της οργάνωσης. Θωρώντας τους, σκέπτομαι πως ο αγώνας για ένα αυθεντικό, αντιστασιακό-λαϊκό κίνημα αυτοδιάθεσης περνάει μέσα από την διαμόρφωση και μιας ποδηλατικής φυλής που να συνδυάζει στοιχεία και από τους τρεις τύπους που περιγράψαμε. Θέλουμε ποδηλάτες φρικκιά, με αυθεντική λαϊκή συνείδηση, να κάνουν προλεταριακή και όχι επιδεικτική χρήση του μέσου, και να το ‘χουν στολισμένο με ελληνικές σημαίες. Όνειρο…

[Εδημοσιεύθη στην εφημερίδα ΕΝΩΣΙΣ]

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Οι πλατείες και η Αριστερά

Από τη ΡΗΞΗ που κυκλοφορεί

40 μέρες δεν είναι πολλές, αλλά ούτε και λίγες. Μέσα στις τελευταίες, οι πλατείες της χώρας απέκτησαν τη δική τους ζωή. Οι αγανακτισμένοι των πλατειών, παίρνοντας το νήμα από την plaza del sol, έχουν πια δημιουργήσει ένα λαϊκό κίνημα, ακόμη και για τους πιο κακοπροαίρετους. Γνωρίστηκαν, συγκάλεσαν συνελεύσεις, συζήτησαν, διαφώνησαν και πλακώθηκαν, μα κράτησαν αυτά που ενώνουν, και απόδειξη είναι ότι έχουν ήδη ματώσει μαζί. Πριν από 40 μέρες σχεδόν ολόκληρη η Αριστερά χαμογελούσε ειρωνικά (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και κομμάτια της που από την αρχή αγκάλιασαν “ανυπόγραφα” το νέο κίνημα, όπως και άλλα, που ήταν και παραμένουν εχθρικά). Το ΚΚΕ , γνωρίζοντας, όπως πάντα πως δεν μπορεί να αντέξει ένα άνοιγμα στις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας κράτησε από την αρχή μια θέση αυτοσυντήρησης, που συνοψίζεται στα λόγια της Αλ. Παπαρήγα: «εικόνισμα το κίνημα των Αγανακτισμένων δεν το κάνουμε, άλλες είναι οι μορφές ταξικής πάλης”.

Οι υπόλοιποι, δεν χρειάστηκαν πολύ για να καταλάβουν ότι στις πλατείες πράγματι υπήρχε ψωμί… Ακολούθησαν μεγάλα λόγια, “Να δέσουμε το ατσάλι της αριστεράς με την οργή των πλατειών”, “ρίξτε κόκκινο στο θολό τοπίο” και άλλα μεγαλόστομα και ποιητικά, που δυσκολεύονταν ωστόσο να κρύψουν την πολύ ξεκάθαρη θέση από πίσω τους: Η πλατεία είναι εκεί και περιμένει την Αριστερά να την κατευθύνει, να της δώσει γραμμή. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά; Ναι εντάξει, υπάρχουν τα αυθόρμητα κινήματα, αλλά δεν μπορούν να πανε μακριά χωρίς το σωστό πολιτικό πλαίσιο, το πρόγραμμα και το στόχο. Και ποιος άλλος θα τα παρέχει αυτά στο νήπιο της πλατείας; Μα φυσικά η Αριστερά. Τί κάνει άλλωστε τόσα χρόνια, για κάτι τέτοια εκπαιδεύεται. Κι όμως, είναι ακριβώς αυτή η θέση που φανερώνει πως η Αριστερά δεν βλέπει το πρόβλημα, καταλήγει να λειτουργεί ανασταλτικά για τις πλατείες, γίνεται τροχοπέδη.

 Αυτό που έστω και ανεπίγνωστα, για την ώρα, αμφισβητείται από το κίνημα των πλατειών, αυτό ενάντια στο οποίο εξεγείρεται ο ελληνικός λαός είναι βαθύ και πάει πολύ μακρύτερα από τις εγχώριες εργασιακές σχέσεις, τους μισθούς και τις συντάξεις. Αμφισβητείται ο ρόλος της Ελλάδας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας τα τελευταία 40 χρόνια, η πρόσληψη των παγκοσμιοποιητικών συνταγών “ανάπτυξης” για την περιφέρεια και φυσικά, το πολιτιστικό τους εποικοδόμημα. Η κατασκευή μιας χώρας-παράσιτο, δεμένης σε στρατηγικές επιλογές που άλλοι αποφάσιζαν γι αυτήν, μιας χώρας που φρόντισε να ξεχερσώσει κάθε πυλώνα αυτοδύναμης, παραγωγικής ανάπτυξης, αναθρέφοντας μια διεφθαρμένη ελίτ εργολάβων και media personalities και βυθίζοντας το λαό της στη συνενοχή που φέρανε τα “καθρεφτάκια” των επιδοτήσεων και των μετοχών. Ο ελληνικός λαός εξεγείρεται ενάντια σε ένα ολόκληρο κοινωνικό φαντασιακό, πρώτα και κύρια ενάντια στην καθημερινότητά του. Ναι, υπάρχει βάθεμα της φτώχειας, ένταση της κοινωνικής αδικίας, εκτόξευση της ανεργίας, σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα στα κέντρα των πόλεων, μετανάστευση των νέων, ξεπούλημα του εθνικού πλούτου και ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό. Υπάρχει όμως και φόβος για το αύριο, ανασφάλεια, ανημπόρια μπροστά στον κυρίαρχο τεχνοκρατικό λόγο και τον τρόμο των δελτίων των 8, αναξιοπρέπεια, παθητικότητα και γκρίζο. Αυτά βγάλανε τους ανθρώπους στις πλατείες και εκεί ψάχνουν ξανά την αλληλεγγύη και τη συλλογικοποίηση.

 Η Αριστερά αδυνατεί να καταλάβει τη συνολική ρήξη με το παλιό, που κυοφορείται και γίνεται μέρος του προβλήματος. “Τα συνδικάτα στις πλατείες”, “στο βάθος λαϊκή εξουσία”, “άγριες απεργίες”, “ταξικό…μπραντεφέρ”. Η Αριστερά στις πλατείες αναχωρεί για άλλη μια φορά από την πραγματικότητα προς τη γη των φαντασιώσεών της, αγνοώντας υποκείμενα, συσχετισμούς και συνθήκες και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι δεν έχει κερδίσει ούτε σπιθαμή. Είναι το κίνημα των πλατειών κατά του συνδικαλισμού; Φυσικά και όχι. Αλλά ποιού συνδικαλισμού; Του πλήρως αλλωμένου οχυρού συντεχνιακών διεκδικήσεων μιας ορισμένης εργατικής αριστοκρατίας; Των πιο μαχητικών, πρωτοβάθμιων σωματείων-φοιτητικών συνελεύσεων 40ρηδων; Ή μήπως του πραγματικά ταξικού, ατσάλινου συνδικαλιστικού μετώπου (μη λέμε ονόματα), που περνώντας από το σύνταγμα τις προάλλες το γιούχα ακούστηκε μέχρι τον Περισσό; Οι πλατείες δεν είναι ενάντια στον συνδικαλισμό. Απλά τον επανεκδιεκδικούν. Το φετίχ της γενικής απεργίας προβάλεται επίσης αυτιστικά από την Αριστερά, τονίζοντας την αυτοαναφορά της. Με τον επίσημο συνδικαλισμό πλήρως απονομιμοποιημένο στις συνειδήσεις του κόσμου, το μεγαλύτερο κομμάτι των εργαζομένων να μην μπορεί να απεργήσει, την εργοδοτική τρομοκρατία στο φόρτε και τους δεσμούς αλληλεγγύης μεταξύ των εργαζομένων διαλυμένους, ως αποτέλεσμα των εργασιακών ηθών της ευελιξίας και της εξελιξιμότητας που επέλαυναν στις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά και του ίδιου του κατακερματισμού της κοινωνίας ολόκληρης, δεν θέλει και πολύ μυαλό να δεί κανείς ότι η ίδια η έννοια της απεργίας είναι υπό διεκδίκηση. ‘Οτι το ζητούμενο είναι πρώτα ένα μαζικό , ενωτικό, λαϊκό κίνημα και μετά οι απεργίες, που θα πετύχουν και πάλι, ως αποτέλεσμα της δουλειάς που θα έχει κάνει το κίνημα αυτό μέσα στην κοινωνία και κατ’επέκταση στους χώρους εργασίας. Το να μπαίνεις όμως μέσα σε ένα τέτοιο κινημα που μόλις γεννιέται και να θέτεις επιμόνως την απεργία ως αυτοσκοπό, δεν διαφέρει πολύ απο το να χορεύεις γύρω απ’τη φωτιά, περιμένοντας να βρέξει.

 Η Αριστερά λέει αυτά που ξέρει, αλλά η πραγματικότητα την ξεπερνά. Στην αντίθετη περίπτωση δεν θα χρειαζόμασταν την πλατεία. Τί υπάρχει στον αντίποδα; Τα συνθήματα δίνουν τον τόνο και ξεκαθαρίζουν τον χαρακτήρα. Οι πλατείες θυμούνται το “ψωμί, παιδεία, ελευθερία” και το “114”. ‘Οσο απλό κι αν είναι, το “θέλουμε τη ζωή μας πίσω” είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από το “βασικός μισθός στα 1400 ευρώ”. Το πρώτο παραπέμπει σε μια πολιτιστική επανάσταση, το δεύτερο σε χειρισμούς τακτικής στα πλαίσια διεκδικήσεων “αναδιανομής της πίττας”. Στους καιρούς που ζούμε, οι πλατείες απαντάνε με το πρώτο. Οι αγανακτισμένοι δεν καταφέρνουν να ζητήσουν κάτι περισσότερο, μεγαλύτερο και πιο συνεκτικό από το να φύγουν αυτοί που μας έφεραν εδώ. Είναι αρκετό αυτό; Φυσικά όχι. Είναι λίγο; ούτε. Ζήτησε κάτι περισσότερο ο αιγυπτιακός λαός στην πλατεία Ταχρίρ; Ζήτησε κάτι περισσότερο ο ελληνικός λαός τον Νοέμβρη του ’73; Και για να πάμε λίγο μακρύτερα, τί ακριβώς “ζήτησε” ο γαλλικός Μάης;

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Και για όποιον δεν κατάλαβε ρε μαλάκες…

‘Ετσι γαμάει η ΠΑΣΟΚάρα ρε! Ακόμη κι όταν πέφτει…

Στο δρόμο και στη βουλή ρε! Η ΠΑΣΟΚάρα δεν αφήνει τα αληταριά και τα τσογλάνια…

…να βυθίσουν τη χώρα στο χάος! Ο ασθενής είναι στο χειρουργικό κρεβάτι, κι οποιανού δε του γουστάρει μπούλο. Ντάξει;

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Ω…ναι! (περί αφετηρίας και προορισμού)

Του Νικόλα

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Από ήττα σε ήττα μέχρι την τελική νίκη

Αναδημοσίευση από εδώ

 

 

Μετά από πολύμηνη σιγή ασυρμάτου, οι «αναμνήσεις από τον Σύριζα» δεν μπορούν να μην ασχοληθούν με τη νέα περίλαμπρη επιτυχία της καθ’ ημάς αριστεράς. Το μαοϊκό απόφθεγμα του τίτλου συνοψίζει άψογα την αριστερή ταχτική ου μην και στρατηγική  απέναντι στους Αγανακτισμένους του Συντάγματος.

Γιατί δεν γίνεται ρε φίλε κοτζάμ αριστερά, ρεφορμιστική, επαναστατική ή ερμαφρόδιτη να κωλοχτυπιέται μήνες και να μην μπορεί να φτιάξει μια τέτοια κατάσταση ούτε στο υποδεκαπλάσιό της. Κι έρχεται και το κάνει ποιος; Το facebook!

Ε όχι.

Όπως υπογράμμισε γνωστό στέλεχος της επανάστασης «δεν μπορώ να το πιστέψω. Κάτι άλλο υπάρχει από πίσω». Και καλά, η άτιμη η CIA βάλθηκε να ξεδοντιάσει την στέρεα αξιοπιστία του λαϊκού και εργατικού κινήματος. Δικαίωμά της.

Αλλά άμα το δούμε από την σκοπιά της διοργάνωσης, ο εργάτης ο σωστός, ο ντούρος, ο πρόστυχος, ο έμπυρος, δεν ενημερώνεται ρε παιδιά από το facebook. Έλεος. Ενημερώνεται από την αφίσα, από την προκήρυξη και από τα κόκκινα συνθήματα στους τοίχους.

Αυτές τις μέρες δεν θα ήθελα να ‘μουνα στη θέση του Φίλη. Διότι ο Νίκος το ξέρει από παλιά ότι ο Αλαβάνος είναι φαρμακόγλωσσος. Τρεις στις τέσσερις ατάκες που αμολάει, βγαίνουν αληθινές. Τι τα ήθελε τα περί «Ταχρείων»; Και δώστου δεν είναι Κάιρο η Αθήνα. Και δώστου δεν είναι Ταχρίρ το Σύνταγμα. Και δώστου πόσο επικίνδυνος ο Αλέκος. Και όχι τίποτε άλλο άντε να βγάλουν φτερά οι νεολαίοι του ΣΥΝ που είδαν κόσμο στην πλατεία και μπήκαν, αλλά άμα πει κανείς «ψιτ ο Αλαβάνος» γυρνάνε τρομαγμένοι.

Η πλάκα είναι ότι το Μέτωπο πάσχιζε να φτιάξει την πλατεία για τις 23 Ιούνη κι είχε οργανώσει σύσκεψη για αυτό στις 27 Μάη. Όμως δεν πρόκαμε, διότι η ζωή έχει άλλους ρυθμούς, και η πλατεία γέμισε ένα μήνα πριν, χωρίς πολλά πολλά. Δεν είναι κακό, πολύς κόσμος γλύτωσε το τρέξιμο, τις συσκέψεις, τις αναλύσεις, τις εχτιμήσεις και τις αφισοκολλήσεις. Μπορεί να γλίτωσε και κάνα φράγκο που θα το δινε στον ψυχαναλυτή του.

Μέσα στον γενικό ορυμαγδό, ο Λαφαζάνης έβγαλε τη γραμμή «να δώσουμε αριστερό προσανατολισμό». Προσπερνώ την κακεντρέχεια του ξαδέρφου μου του Φώντα που αναρωτήθηκε πως «άμα ο Παναγιώτης δεν μπορεί να δώσει αριστερό προσανατολισμό στην πλατεία Κουμουνδούρου, πώς θα δώσει αριστερό προσανατολισμό στην πλατεία Συντάγματος;»

Στέκομαι όμως στην αυταρέσκεια, στην αφέλεια και στη συγκινητική αυτοπεποίθηση ότι οι παριστάμενοι περιμένουν έμπλεοι αγωνίας την αριστερά να τους δώσει γραμμή.

Μήνες και μήνες, σύμπασα η αριστερά, από το ΚΚΕ μέχρι την Ανταρσύα και σύμπασα η συνδικαλιστική πρωτοπορία, από το ΠΑΜΕ, μέχρι τον Μητσάρα τον Στρατούλη και τον Συντονισμό Πρωτοβάθμιων, χύναν τόνους σάλιου και ιδρώτα για να πείσουν ότι το να «πάμε Σύνταγμα και να μείνουμε Σύνταγμα» είναι ανέφικτο, τυχοδιωκτικό και άσκοπο. Η σωστή διαδήλωση δεν πάει να μείνει στο Σύνταγμα, δεν επιτρέπει ελληνικές σημαίες, έχει μπροστά τα Πρωτοβάθμια και το Σουμουτου, περνά τρέχοντας το Σύνταγμα διότι πέφτει χημικό με το τσουβάλι και μετά έχει να το λέει για βδομάδες, περιμένοντας την επόμενη γενική απεργία που θα κηρύξουν οι πουλημένοι εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ.

Μόλις λοιπόν κυκλοφόρησε στην πιάτσα η συγκέντρωση της Τετάρτης έπεσε ειρωνία. Το καλό βέβαια με το facebook είναι ότι μπορείς να σβήσεις τα σχόλια που έκανες. Κι έτσι τα φαρμακερά σχόλια για τους απολίτικους, ελληναράδες, γηπεδοχουλιγκάνους, αγανακτισμένους ΟΝΝΕΔίτες, φασιστικά αποβράσματα, αλλά και φλώρους της πλατείας Συντάγματος, εξηφανίσθησαν και δώσαν τη θέση τους σε παραινέσεις παρέμβασης και εμπλοκής.

Ο ΣΥΝ στραβοκατάπιε τους Ταχρείους, το Κοκκινοπράσινο κάνει ότι δεν βλέπει τις ελληνικές σημαίες και δεν ακούει το βάρβαρο «και α και ου γαμώ το Δουνουτου», ο Τσίπρας έκανε και φιλική δήλωση διότι σου λέει τι έχω να χάσω; Φασούλι το φασούλι ανεβαίνει το ποσοστό. Κι εκεί που την πρώτη μέρα η ΠΓ του ΣΥΝ μέτραγε πόσες ελληνικές σημαίες κουνιούνται στο Σύνταγμα, ο όγκος των αγανακτισμένων, αλλά και η εξαιρετικά πολιτική συνέλευση της πλατείας, έδωσε το πρόσταγμα: Μετάαααααβολή!

Ο ίδιος ο προσφιλής μου Δημοσθένης αφού προβληματίστηκε από το συμβάν (εδώ μιλάμε πάντα με όρους Μπαντιού), κι αφού βεβαίως γκρίνιαξε διότι οι συγκεντρωμένοι δεν πάνε έξω από το Χρηματιστήριο ή την Τράπεζα της Ελλάδος, απεφάνθη ότι: «Τη διαδικασία αυτή, είτε θα την παρατηρεί κανείς και θα τη σχολιάζει απ’έξω, σαν κάτι εξωτικό και όχι τόσο τέλειο όσο θα όφειλε εξαρχής, είτε θα μπει για να δει -και να επηρεάσει- δυνατότητες και όρια». Οι αναγνώστες του Red Notebook ήταν ήδη τόσο ανατριχιασμένοι με τους αγανακτισμένους που έλουσαν τον Δημοσθένη με χαρακτηρισμούς. Ξεχνούν ότι και ο οπορτουνισμός θέλει την οξυδέρκειά του.

Όμως το ρεσιτάλ της πολιτικής αρχών εδόθη από την επαναστατική αριστερά. Στην αρχή χέσιμο με τη σέσουλα, μετέπειτα ένας κάποιος (ψιλός) προβληματισμός και τέλος κλιμάκωση της παρέμβασης με τη μαζική μπούκα στη Συνέλευση το Σαββατόβραδο. Η οποία ειρήσθω εν παρόδω θύμιζε εισβολή Ούννων σε μια κατά τα λοιπά ανθρώπινη διαδικασία. Περικύκλωσαν το προεδρείο, απαιτούσαν το λόγο πριν τους κοινούς θνητούς μαλάκες, βούτηξαν τα μικρόφωνα και θυμηθήκαμε όλοι την ωραία εποχή της Πισικάπα.

Τα συνδικάταααα ούρλιαζε ο ένας. Γενική απεργίαααα βράχνιαζε ο άλλος. Πολιτικό πλαίσιοοο γκάριζε ο τρίτος. Για καμιά ώρα η πλατεία έμοιαζε με φοιτητική συνέλευση τριανταπεντάρηδων και σαρανταπεντάρηδων.

Συνάδελφοι έλεγε ο ένας νομίζοντας ότι μιλάει στου Γκίνη. Σύντροφοι απαντούσε ο άλλος νομίζοντας ότι μιλάει στην ΟΒα του. Παιδιά ηρεμία ίδρωνε ο συντονιστής νομίζοντας ότι μιλά σε φυσιολογικούς ανθρώπους.

Είχε προηγηθεί ο Συντονισμός των Πρωτοβάθμιων ο οποίος αποφάσισε ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κόσμος μαζεμένος και να μην πάει η μαχόμενη κι από τα κάτω συνδικαλιζόμενη αριστερά να δώσει τη σωστή γραμμή. Τι διάολο πρωτοπορία είμαστε άμα αφήνουμε τους απολιτίκ φλώρους του real-democracy να διεξάγουν μια συνέλευση χιλιάδων ανθρώπων;

Να πάμε να τους επηρεάσουμε έλεγε ο ένας. Να πάμε να τους προστατεύσουμε έλεγε ο άλλος. Να πάμε να τους πολιτικοποιήσουμε έλεγε ο τρίτος. Και δεν εβρέθη κανένας θαρραλέος να συνοψίσει την γραμμή σε μια φράση: Να πάμε να τους διώξουμε… Εκεί ήταν το ζουμί.

Τέτοιες ώρες σκέφτεσαι στα σοβαρά: Μήπως αν έλειπε η αριστερά τα πράγματα θα ήταν καλύτερα;

Κι αναγκαστικά σε πιάνει μια μελαγχολία. Κανένας από την αριστερά δεν μπόρεσε να πετύχει κάτι τέτοιο. Κανένας δεν προβληματίστηκε από αυτή την αδυναμία. Κανένας δεν αναρωτήθηκε για την απαξίωση και τη στοχοποίηση όλου του πολιτικού συστήματος και όλης της Βουλής. Κανένας δεν έμαθε. Κατά πλειοψηφία οι αριστεροί χλεύασαν, απαξίωσαν, κορόιδεψαν. Στην καλύτερη στάθηκαν αμήχανοι και είπαν «έτσι είναι τα αυθόρμητα κινήματα». Και στο τέλος μπούκαραν να δώσουν τη γραμμή.

Δεν θέλει πολύ να καταλάβεις πως όπου δεν σκάει το χημικό του Ματατζή, σκάει η βλακεία του αριστερού.

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Και ξαφνικά… Λαϊκές συνελεύσεις!

Αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες μέρες στην πλατεία συντάγματος  γύρω από το λευκό πύργο στη Θεσσαλονίκη, σε κεντρικές πλατείες άλλων πόλεων της Ελλάδας είναι πρωτόγνωρο! Στο σύνταγμα εκατοντάδες άνθρωποι (χτες θα έπρεπε σίγουρα να είναι 2000) γύρω από μια πρόχειρη μικροφωνική παίρνουν το λόγο και μιλάνε σε λαϊκές συνελεύσεις που κρατάν από το απόγευμα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, συζητούν για το γιατί βρίσκονται εκεί, γιατί βγήκαν στους δρόμους και τις πλατείες, τί θέλουν, τί περιμένουν. Άνθρωποι όλων των ηλικιών λένε από το μακρύ και το κοντό τους μέχρι το…»τί να κάνουμε» μέσα σε κλίμα ωριμότητας και σεβασμού, που αν μη τι άλλο, φανερώνει πως γι αυτούς τους ανθρώπους η διαδικασία που εξελίσσεται  εκεί  είναι σημαντική, αναγκαία, πρέπει να διαφυλλαχτεί.

Άνθρωποι όλων των ηλικιών και όλων των πολιτικών χώρων, με θυμό για τους λόγους για τους οποίους βρίσκονται εκεί, με αγωνία για το τί θα γίνει αύριο, αλλά με ενθουσιασμό και συγκίνηση γι αυτό που συμβαίνει, δημιουργούν  στις πλατείες των πόλεων κλίμα άλλων εποχών, που μέχρι προχτές (κυριολεκτικά προχτές) έμοιαζε χαμένο για πάντα κάτω από το γκρίζο της Ελλάδας του μνημονίου, κάτω από τον τρόμο των δελτίων των 8, τη βία των δρόμων της Αθήνας τις τελευταίες εβδομάδες. Κι ακόμη περισσότερο, χαμένο κάτω από δεκαετίες αλλοτρίωσης, ανοησίας και ηλιθιότητας, κατανάλωσης, ιδιώτευσης  και κατακερματισμού. Ένα κλίμα του οποίου φορέας είχε αυτοανακυρηχθεί εργολαβικά,  για χρόνια ολόκληρα,  η συστημική «αμφισβήτηση», που το μετέτρεψε  σε φρανκενστάιν, κλείνοντάς το στα στεγανά των μέτρων της, συντηρώντας μαγαζιά και παραμάγαζα, ορίζοντας την εκτροπή από την κανονικότητα ως γενικευμένο μπάχαλο, ακρωτηριάζοντας την πολιτική έκφραση και τον αντισυστημικό λόγο, δείχνοντας τελικά τα όριά της στον Δεκέμβρη του ’08.

Κι όμως τις τελευταίες μέρες φαίνεται να γεννιέται ένα νέο κίνημα, δυναμικό, δημιουργικό, επίκαιρο και ανέλπιστα ώριμο, γιατί βγαίνει μέσα από την ανάγκη. Την ανάγκη για ένα νέο «εμείς» απέναντι στην επίθεση που δέχεται ο λαός αυτής της χώρας, την ανάγκη για έκφραση, για αντίδραση στην ανημπόρια στην οποία μας ρίχνει ο κυρίαρχος λόγος των εγχώριων και διεθνών ελίτ, του πολιτικού τους προσωπικού και των μιντιακών τους φερέφωνων. Την ανάγκη ψυχικής ανάτασης ενάντια στη αγωνία για το άυριο, μαζί με όλους εκείνους που τους ενώνει μια κοινή μοίρα, μακρυά από τους χομπίστες της αποψάρας και τους επαγγελματίες της διεκδίκησης.

Νέοι πόλοι μη-κανονικότητας λοιπόν, στα κέντρα των ελληνικών πόλεων, ξανά πραγματική πολιτική απο «τα κάτω». Στο σύνταγμα δημιουργούνται ομάδες εργασίας με συγκεκριμένες αρμοδιότητες, γιατί υπάρχει η πίστη ότι αυτό που γίνεται γίνεται για να διαρκέσει, ομάδες επισιτισμού, ομάδες τύπου, μεταφράσεων, καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, ομάδες περιφρούρησης, ομάδες καθαριότητας και άλλες. Βασικός προβληματισμός, η διαφύλαξη του ειρηνικού χαρακτήρα των εκδηλώσεων, τρόποι συν-απόφασης, τρόποι έκφρασης αιτημάτων, μια πρώτη έκφραση του κλίματος των συνελεύσεων σε ένα κείμενο, τρόποι διάχυσης των συνελεύσεων στις γειτονιές κ.α. Τα λίγα «εκτός-θέματος» δεν λοίπουν βέβαια. Από Ελληνάρες με περικεφαλαίες (!) μέχρι ανθρώπους που δεν είχαν βγει ποτέ στο δρόμο για να διεκδικήσουν και να διαμαρτυρυθούν, παρά για να πανηγυρίσουν για το euro ή τη eurovision και έχουν ένα χαρακτηριστικό μούδιασμα καθώς φυσάνε τη σφυρίχτρα τους. Από την άλλη, ένα κομμάτι της συστημικής αμφισβήτησης που λέγαμε πιο πάνω, αν και το μεγαλύτερο μέρος της σνομπάρει ακόμη το «απολιτίκ» του πράγματος (παρόλο που νομίζω ότι σύντομα θα καταλάβουν τί συμβαίνει). Αυτοί που συμμετέχουν ωστόσο, εμφανίζουν κάποια προβλήματα προσαρμογής, μιας και είναι η πρώτη φορά εδώ και χρόνια που πηγαίνουν καλεσμένοι σε…γιορτή άλλων, και μάλιστα σε «χωράφια» που θεωρούν κατεξοχήν δικά τους. Κατεβαίνουν λοιπόν κρατώντας σημαίες της Αργεντινής, της Αιγύπτου, της Τυνησίας, της Παλαιστίνης, αλλά βασικός τους προβληματισμός στις κουβέντες είναι κάτι σαν «έλεος μ’αυτές τις ελληνικές σημαίες στο σύνταγμα», ενώ βιάζονται να διορθώσουν το «Έλληνες» σε «άνθρωποι».  Τώρα βέβαια το γιατί ο Αιγύπτιος δικαιούται να ανεμίζει τη σημαία του στην πλατεία Ταχρίρ (και ο Έλληνας καταναλωτής του συμβολισμού  της αιγυπτιακής εξέγερσης επίσης), αλλά ο Έλληνας διαμαρτυρόμενος στο σύνταγμα δεν δικαιούται να κρατάει την Ελληνική, είναι άλλο θέμα…

Ωστόσο σε γενικές γραμμές, τόσο η προσέλευση του κόσμου, που συνεχίζεται για τέταρτη μέρα σήμερα, όσο και το επίπεδο των συνελεύσεων, η συμμετοχή και ο ενθουσιασμός, είναι εντυπωσιακά. Είναι ένα κίνημα εν τη γενέσει, που χρειάζεται τη στήριξη όλων. Πρώτον, γιατί βγαίνει μέσα από πραγματικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας και γι αυτό είναι αυθεντικό και δημιουργικό. Δεύτερον, γιατί μπορεί να κινητοποιήσει κόσμο που είτε «ξύπνησε» προχτές, όπως γράφανε τα πανώ της πρώτης μέρας, ως απάντηση στους Ισπανούς, είτε δεν «χωράει» (πια) στα παραδοσιακά σχήματα της μεταπολιτευτικής αμφισβήτησης. Και τρίτον, γιατί αν η συμμετοχή του κομου φθίνει, είναι θέμα χρόνου να εκφυλλιστούν οι συνελεύσεις σε ένα ακόμη από τα τόσα μαγαζάκια «πολιτικής» αυτοαναφοράς, που δεν αφορούν κανέναν. Και αν η «επιστροφή στην κανονικότητα», που τόσο φοβόταν ο Δεκέμβρης του ’08, τότε δεν σήμαινε παρά «τέρμα το καγκελάκι, έχουμε και δουλειές», τώρα σημαίνει πραγματικά πολλά, και δουλείες δεν υπάρχουν ως γνωστόν…

Τελειώνω με το ψήφισμα της χτεσινής συνέλευσης από εδώ.

Εδώ και πολύ καιρό παίρνονται αποφάσεις για εμάς χωρίς εμάς.

Είμαστε εργαζόμενοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, νεολαίοι, που έχουμε έρθει στο σύνταγμα για να παλέψουμε και να αγωνιστούμε για τις ζωές μας και το μέλλον μας.

Είμαστε εδώ γιατί γνωρίζουμε ότι οι λύσεις στα προβλήματά μας μπορούν να προέλθουν μόνο από εμάς.

Καλούμε όλους τους Αθηναίους, εργαζόμενους, ανέργους και νεολαία στο Σύνταγμα, και όλη την κοινωνία να γεμίσει τις πλατείες και να πάρει τη ζωή στα χέρια της.

Εκεί στις πλατείες θα συνδιαμορφώσουμε όλα μας τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις μας.

Καλούμε όλους τους εργαζόμενους που θα απεργήσουν την επόμενη περίοδο να καταλήγουν και να παραμένουν στο Σύνταγμα.

Δεν θα φύγουμε από τις πλατείες, μέχρι να φύγουνε αυτοί που μας οδήγησαν εδώ: Κυβερνήσεις, Τρόικα, Τράπεζες, Μνημόνια και όλοι όσοι μας εκμεταλλεύονται. Τους διαμηνύουμε ότι το χρέος δεν είναι δικό μας.

ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΩΡΑ!

ΙΣΟΤΗΤΑ – ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ – ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ!

Ο μόνος αγώνας που χάνεται είναι αυτός που δεν δόθηκε ποτέ!

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized