Democracia Corinthiana (για τον Σόκρατες…)

Του Γιάννη Ξένου, από τη ΡΗΞΗ που κυκλοφορεί

Απεβίωσε πριν λίγες μέρες ο σπουδαίος Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής της δεκαετίας του ’80, Σόκρατες. Ο Σόκρατες υπήρξε μια πολυσχιδής προσωπικότητα, αφού, πέρα από αρχηγός της εθνικής Βραζιλίας στο Μουντιάλ του ’82, ήταν πολιτικός ακτιβιστής, γιατρός, φιλόσοφος, καλλιτέχνης και πολλά άλλα. Το όνομα του Σόκρατες μνημονεύεται για δύο πράγματα, υπήρξε ένας αρτίστας ποδοσφαιριστής, αλλά και ένας κοινωνικός αγωνιστής, που έδωσε σημαντικό αγώνα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα του.

Α ς ξετυλίξουμε το νήμα της ζωής του Σόκρατες από την αρχή. Το όνομά του το οφείλει στην αγάπη του πατέρα του για την αρχαία ελληνική ιστορία. Ο πατέρας του  έμαθε ανάγνωση διαβάζοντας ιστορικά κείμενα, με αποτέλεσμα να ερωτευτεί την αρχαία ελληνική ιστορία. Ήταν τέτοια η αγάπη του για την αρχαία Ελλάδα, που τα ονόματα που έδωσε στα τρία από τα τέσσερα αγόρια του ήταν Σωκράτης, Σωσθένης (Μακεδόνας στρατιωτικός και πολιτικός του 3ου αι. π.Χ.) και Σοφοκλής, του ξέφυγε μόνο ο μικρότερος, ο Ράι, που έγινε και αυτός σημαντικός ποδοσφαιριστής. Η φτωχική του καταγωγή δεν στάθηκε εμπόδιο στο να σπουδάσει ιατρική και μόνο όταν πήρε το πτυχίο του, το 1978, υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο, σε ηλικία 24 ετών! Παρότι στις αρχές της δεκαετίας του ’80 υπήρξε ποδοσφαιριστής σε κορυφαίο επίπεδο, δεν εγκατέλειψε τις σπουδές του, αφού παράλληλα ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην αθληιατρική.

Τα χρόνια της Κορίνθιανς
Τα καλύτερα ποδοσφαιρικά του χρόνια τα πέρασε στην Κορίνθιανς. Εκεί, σε 300 αγώνες σημείωσε περίπου 200 γκολ (αν και μέσος) και οδήγησε την ομάδα στην κατάκτηση τριών περιφερειακών πρωταθλημάτων (1979, 1982, 1983). Αλλά κανένα από αυτά τα ενδογηπεδικά επιτεύγματα δεν συγκρίνεται με όσα έγιναν στην Κορίνθιανς εκείνα τα χρόνια (1978-1984). Η Κορίνθιανς στη Βραζιλία είναι η ομάδα που στηρίζουν τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 τη διοίκηση ανέλαβαν αρκετά φιλελεύθεροι άνθρωποι, με αποτέλεσμα ο Σόκρατες και οι ριζοσπαστικοποιημένοι συμπαίκτες του να έχουν την ευκαιρία να δημοκρατικοποιήσουν τον τρόπο λειτουργίας της ομάδας, αλλά και να συμβάλουν στον αντιδικτατορικό αγώνα του βραζιλιάνικου λαού. Η Κορίνθιανς στις φανέλες της αντί για χορηγούς τύπωνε δημοκρατικά συνθήματα όπως «Θέλω να ψηφίσω για πρόεδρο», τη λέξη «Δημοκρατία», όταν κατέκτησαν το πρωτάθλημα το 1982, ή προτροπές για συμμετοχή των πολιτών στις περιφερειακές εκλογές, «στις 15 του μήνα ψηφίστε», αυτά σε μια Βραζιλία που από το 1964 κυβερνούνταν από στρατιωτική δικτατορία και εκείνα τα χρόνια δινόταν ένας μεγάλος αγώνας για να επανέλθει η δημοκρατία, όπως και έγινε το 1985. Ο ίδιος εξηγούσε πως, όταν το 1964 έγινε το πραξικόπημα, θυμόταν τον πατέρα του να καίει ένα βιβλίο για τους μπολσεβίκους για να μην του το βρει η χούντα. Και συνέχιζε: «Αυτό το γεγονός φούντωσε το ενδιαφέρον μου για την πολιτική. Το ποδόσφαιρο ήρθε κατά τύχη. Ήμουν ένα παιδί της δικτατορίας. Πάντα είχα το βλέμμα μου στραμμένο στις κοινωνικές αδικίες της χώρας και είχα συναδέλφους και συμφοιτητές που έπρεπε να κρύβονται ή να αποδράσουν. Απλώς έτυχε να είμαι καλός στο ποδόσφαιρο». Στη «Δημοκρατία της Κορίνθιανς», ως ηγέτης και σύμβολο της ομάδας συνέβαλε στην εδραίωση ενός μοντέλου δημοκρατίας που οι ποδοσφαιριστές αποφάσιζαν με πλειοψηφία για μια σειρά ζητημάτων, από την ώρα του γεύματος, μέχρι την πρόσληψη ή την απόλυση κάποιου ανθρώπου.

Το πέρασμα στην Ευρώπη και η εθνική Βραζιλίας
Η χούντα είχε αρχίσει να του κάνει το βίο αβίωτο, ενώ και οι σειρήνες από την Ευρώπη ηχούσαν πιο δυνατά, παρ’ όλα αυτά ο πολιτικός αγώνας παρέμενε γι’ αυτόν πρώτη προτεραιότητα. Το 1984, σε πολιτική συγκέντρωση, μπροστά σε 1.500.000 κόσμο, υποσχέθηκε πως θα απέρριπτε κάθε πρόταση από την Ιταλία και θα παρέμενε στην πατρίδα του, εάν η βουλή περνούσε τη συνταγματική αναθεώρηση που προέβλεπε μεταξύ άλλων ελεύθερες εκλογές. Η πρόταση δεν πέρασε για λίγες ψήφους και αυτός έκανε το πέρασμα στην Ιταλία. Το κάλτσιο για τον ντελικάτο Βραζιλιάνο, που δεν ήταν ποτέ φίλος της προπόνησης και κάπνιζε από τα δεκατρία του χρόνια δύο πακέτα τσιγάρα, δεν ήταν το κατάλληλο περιβάλλον. Προσπάθησε να προσηλυτίσει τους συμπαίκτες του στη Φιορεντίνα σε ένα πείραμα παρόμοιο με αυτό της Κορίνθιας, αλλά οι ψυχροί Ευρωπαίοι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές δεν ανταποκρίθηκαν και γρήγορα απομονώθηκε από την υπόλοιπη ομάδα. Δεν έχασε τον καιρό του όμως, η Φλωρεντία ήταν η κατάλληλη πόλη για να παρακολουθήσει ένα σεμινάριο ιστορίας της τέχνης και την επόμενη χρονιά επέστρεψε στη Βραζιλία, αλλά το ποδόσφαιρο σε συλλογικό επίπεδο τον είχε κουράσει. Ενδιαφέρον έβρισκε μόνο στην αγαπημένη εθνική Βραζιλίας. Με την οποία, στο μουντιάλ του 1982, παρουσίασαν με τον Ζίκο και άλλους αστέρες της εποχής μια πολύ θεαματική ομάδα, αλλά η Ιταλία του αντιποδοσφαίρου τους στέρησε την πρόκριση στα ημιτελικά. Ο ίδιος πάντως σε εκείνο τον αγώνα έβαλε ένα από τα πιο όμορφα γκολ του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Το 1986, στα τριάντα δύο του πια, έλαβε μέρος στο τελευταίο του μουντιάλ και εκεί η Γαλλία του Πλατινί στα πέναλντι του στέρησε την πρόκριση στα ημιτελικά, το παιχνίδι σκοπιμότητας των Ευρωπαίων κέρδισε άλλη μια φορά τη θεαματική Βραζιλία και τα αξιοθαύμαστα τακουνάκια του. (Είχε το προσωνύμιο «Το τακουνάκι του Θεού», αφού το ανάποδο ποδόσφαιρο με τα πολλά και περίτεχνα τακουνάκια του έδινε τη δυνατότητα να ξεφεύγει από τους πιο γρήγορους και αθλητικούς αντιπάλους του.)

Ο Σόκρατες πέρα από το ποδόσφαιρο
Με το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας έκανε ένα διδακτορικό στη φιλοσοφία, ενώ άρχισε να ασκεί επαγγελματικά την ιατρική. Η πολιτική δεν έπαψε ποτέ να τον απασχολεί και από τη στήλη του στο εβδομαδιαίο πολιτικό περιοδικό Carta Capital έπαιρνε θέση για τα πολιτικά και εθνικά θέματα της Βραζιλίας. Υποστηρικτής του Λούλα στην προσπάθειά του να εκλεγεί πρόεδρος, είχε απομακρυνθεί τα τελευταία χρόνια από αυτόν, γιατί έβλεπε ότι οι κοινωνικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της χώρας δεν μειωνόταν με την ταχύτητα που ήλπιζε, αλλά και για οικολογικά ζητήματα, όπως για τη συνεχιζόμενη καταστροφή του Αμαζονίου. Έπαιρνε θέση ενάντια στη μετατροπή της Βραζιλίας σε μια μεγάλη περιφερειακή χώρα και ηγεμονική στη Λατινική Αμερική, λέγοντας: «Δεν μου αρέσει αυτή η Βραζιλία, που έρχεται ν’ αντικαταστήσει τη θέση των Γιάνκηδων, στη Νότια Αμερική». Συνέχιζε να προτείνει ριζοσπαστικά πράγματα και για το ποδόσφαιρο, όπως να μειωθούν οι παίκτες της κάθε ομάδας σε 9 από 11, γιατί με την ταχύτητα και τη δύναμη που έχουν πια οι ποδοσφαιριστές, χρειάζεται να απελευθερωθεί χώρος για να γίνει το άθλημα και πάλι θεαματικό.
Ο Σόκρατες είχε δύο μεγάλες αδυναμίες, το τσιγάρο και το ποτό, προσπάθησε εκατοντάδες φορές να κόψει το τσιγάρο, αλλά δεν τα κατάφερε, το ίδιο και το ποτό. Ο οργανισμός του τα τελευταία χρόνια είχε εξασθενήσει σημαντικά, φέτος είχε διακομιστεί τρεις φορές στο νοσοκομείο και έφτασε μια ήπια τροφική δηλητηρίαση να του προκαλέσει ισχυρή κρίση, και το σηπτικό σοκ που ακολούθησε να του στερήσει τη ζωή. Τουλάχιστον τώρα θα έχει την ευκαιρία να συναντήσει δύο από τις προσωπικότητες που τον σημάδεψαν περισσότερο τον Τσε Γκεβάρα και τον Τζον Λένον.

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Δώστε λελούδια στους μπλόγκερς που σιγήσανε…

Ο σύντροφος τσιπιρίπο έχει χόμπι να ανοίγει μπλόγκς και μετά να τα παρατάει. Το έκανε από παλιά, συχνά μάλιστα διαγράφοντας  ολόκληρο το περιεχόμενό τους. Σε αυτή την διαδικασία δημιουργικής καταστροφής ουκ ολίγα κείμενα, που θα θέλαμε να τάχουμε, χάθηκαν και δεν εξαναβρίσκονται, με χαρακτηριστικό παράδειγμα που μούρχεται τώρα, εκείνο το ντεμπωρικά πριμαντονίστικο σημείωμα για τα μπαρ, την αλλοτρίωση  και τη νύχτα τη σκοτεινή και ερεβώδη. Δια το λόγο τούτο θα περισώσω εδώ, τώρα που μπορώ, ένα εξαιρετικό κείμενο για την Κύπρο, από το όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, όταν ο εν λόγω σύντροφος φίδιαζε στο ΚΨΜ της ΕΛΔΥΚ.

 

ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ

Στην ΕΛΔΥΚ, επτάμιση στους δέκα στρατιώτες γράφουν στ’ αρχίδια τους την Κύπρο, την ιστορία, το δράμα, και το μέλλον της. Άλλοι δύο, θα της χαρίσουν ‘κάνα τέταρτο που και που, μάλλον ως άλλοθι, για να ξεμπερδεύουν με κάτι βαθύτερα αισθήματα που νοιώθουν σαν αντικρίζουν την πράσινη γραμμή. Παρ’ όλα αυτά, η «φλογίτσα που τσιρίζει στις κλειδώσεις» επιβιώνει ακόμα μέσα τους, στα δημοτικά και τα λαϊκά τραγούδια που σιγοψυθιρίζουν σε σκοπιές και αγγαρείες αλλά και σε κάτι ανεξήγητες εμμονές (π.χ. για τους Τούρκους) που οι σύγχρονοι ταγοί της λοβοτομής αποκαλούν «στερεότυπα». Αυτοί μας κάνουν άλλο μισό –δηλαδή σύνολο οκτώ. Οι άλλοι δύο δεν μιλάμε μεταξύ μας, καθ’ ως ανήκουμε σε δύο διαφορετικών ειδών άκρα –και εν πάσει περιπτώσει κατά την άποψή μου, οι Ελλαδίτες φασίστες θα πρέπει να σιωπούν για το νησί γιατί τα έκαναν σκατά το ’74.

Ίδια φαντάζομαι, θα είναι τα αποτελέσματα μιας αντίστοιχης σφυγμομέτρησης μεταξύ των Νεοκυπρίων –απλά αντεστραμμένη, ωσάν να κοιτάς στον καθρέφτη. Επτάμιση νεοκύπριοι μας γράφουν στ’ αρχίδια τους, έχοντας τα αδελφικά τους αντανακλαστικά ναρκωμένα από τις αφασιακές επιδράσεις της offshore υπόστασής τους. Άλλοι δύο, θα ξορκίζουν τα φαντάσματα του παλιού τους εαυτού, μ’ ένα χαμόγελο ή ένα νεύμα, θα κοντοσταθούν με ύφος «ναι, αδέρφια είμαστε, έχουμε όμως και δουλειές». Μένει ένας του ΕΛΑΜ, που θα συνομωτεί με τον φασίστα για την οικειοποίηση του ενωτικού αγώνα, κι ο δικός μας, του Βάσσου, μαζί να κάνουμε όνειρα θερινής νυκτός για την εξέγερση των Ελλήνων της Κύπρου εναντίον του αλλοτριωμένου νεοκύπριου προδότη εαυτού τους.

***

Η κυριαρχία των τραπεζών στην Κύπρο είναι, λέει, αμείλικτη. Να και ακόμη ένα φαινόμενο για το οποίο η ευημερία λειτούργησε ως ναρκωτικό του λαού, αφήνοντάς του αμέτοχο από εξελίξεις που θα καθορίσουν μακροπρόθεσμα το μέλλον του. Γιατί στους καιρούς της κίβδηλης ευημερίας όλοι τρώνε και γλεντάνε μέσα στο αποκρουστικό κλίμα σε στυλ ρωμαϊκής παρακμής. Όταν τα όργανα παύουν, όμως, και το πανηγύρι τελειώνει, αποκαλύπτονται οι ανισότητες στην δύναμη και την εξουσία που τόσον καιρό υπόγεια ενισχύονταν. Πάντοτε, τους καιρούς των παχιών αγελάδων, η διαφορά των αρχουσών τάξεων από τον λαό έγκειται στο γεγονός ότι οι πρώτες δεν βυθίζονται μόνον στο φαγοπότι αλλά και φροντίζουν να ενδυναμώνουν τη θέση τους μέσα στην κοινωνία ενώ οι άλλοι ζουν στον κόσμο τους. Έτσι τώρα, κάποιοι έκπληκτοι διαπιστώνουν την αδυναμία τους –και κάποιοι άλλοι ευτυχείς επιβεβαιώνουν την δύναμή τους. Το δίδαγμα ποιο είναι; Πίσω από τις γυαλισμένες βιτρίνες, η κυπριακή κοινωνία παρέμενε μια ταξική κοινωνία, και τούτο θα φανεί τώρα που το πάρτι τελειώνει.

***

Όλη η Κύπρος παίρνει αντικαταθλιπτικά. Εμ, βλέπετε, η νεοκυπριακή συνείδηση, ντοπαρισμένη με ψέματα, λήθη και καταναλωτικά σκουπίδια είναι μια δυστυχισμένη συνείδηση. Γι’ αυτό καταντά να συντηρείται με τεχνητά σκευάσματα, προκειμένου να συνεχίσει στον στίβο της νεοκυπριακής καθημερινότητας, τον γεμάτο πολυκαταστήματα κι εγκαταλειμμένα οδοφράγματα της πράσινης γραμμής. Κατά τα άλλα, πρέπει να παραδεχθούμε ότι καταγράφεται μια τομή. Στους καιρούς της τυραννίας της ευτραπελίας, του οργουελιανού «όλα βαίνουν καλώς», η κατάθλιψη αποτελούσε μια πράξη αντίστασης, ένα αντικομφορμιστικό διάβημα έναντι στην επελαύνουσα χαζομάρα. Τώρα είναι ο κανόνας –κι έτσι οι νεοκύπριοι μοιάζουν σαν τους κλόουν με το λυπημένο ύφος κάτω από το ζωγραφισμένο χαμόγελο. Σ’ αυτό το αναποδογύρισμα όρθιοι θα μείνουν μόνον όσοι έχουν αποκαλύψει τις βαθιές ρίζες τους στην ελληνικότητα, πράγμα που σήμερα αποτελεί ούτως ή άλλως μείζονα αντιστασιακή πράξη. Ο καιρός, και όχι η κάλπη, θα το δείξει.

***

Περίεργοι οι αναρχικοί της Κύπρου. Έχουν τόσο έντονη την πτυχή της κατανάλωσης ενός δήθεν τρόπου ζωής και της επιφανειακής εξέγερσης που τον συνοδεύει. Φαίνεται ακόμα και στα ρούχα τους. Μ’ όλα αυτά, θα μπορούσαν άνετα να λάβουν μέρος σε οποιοδήποτε σόου αλά «Ελλάδα έχεις ταλέντο», διαλέγοντας βεβαίως τους πιο ροκ και αντεργκράουντ ρόλους. Κατά τα άλλα κυκλοφορούν αφίσες στα Τούρκικα και τα Αγγλικά, και γράφουν λευτεριά στην Παλαιστίνη με την πλάτη γυρισμένη στην Πράσινη Γραμμή. Περνούν τα βράδια τους σ’ ένα πλακόστρωτο έξω από μια εκκλησία, παίζοντας για μερικές ώρες τους μπήτνικ, για να επιστρέψουν αργότερα στο σπίτι. Αυτή την εκκλησία-μνημείο ενίοτε λερώνουν με συνθήματα μαλακίες –τα οποία βέβαια ποτέ δεν τολμούν να τα γράψουν πάνω στους γυάλινους πύργους, ναούς του χρήματος. Φαίνεται οι δεύτεροι είναι πιο πολύ του γούστου των Κύπριων αναρχικών… και βέβαια οι μπάτσοι του Χριστόφια φυλούν μόνο τους ναούς του χρήματος κι όχι τις εκκλησίες.

***

Στις ρωγμές της κοινωνίας της κατανάλωσης και του θεάματος, εκεί όπου είναι αδιάφορα για το κτήνος της αλλοτρίωσης και της κερδοφορίας, επιβιώνουν οι πιο αυθεντικές εκφράσεις μιας κοινωνίας που ήξερε να αντιστέκεται και να οικοδομεί σχέσεις κοινοτισμού και αλληλεγγύης.

Έτσι, στην Κύπρο, μια βαθιά πολιτική κοινωνία, οι παππούδες συνεχίζουν ακόμα τις τεράστιες, καταπληκτικές συζητήσεις στα αντιπολιτευόμενα κυπριακά καφενεία. Επιμένουν να περνούν την τρίτη τους ηλικία όλοι μαζί, και δεν έχουν εκμηδενιστεί εντελώς από την τηλεόραση και την απομόνωση στο σπίτι, όπως οι Καλαμαράδες.

Στοιχεία αντίστασης και ενός αριστοφανικού, βαθιά θυμόσοφου και αντιεξουσιαστικού τρόπου θέασης του βίου, θα συναντήσει κανείς και στο διάχυτο χιούμορ που ακόμα επιβιώνει μέσα στην κυπριακή καθημερινότητα. Το χιούμορ είναι το ψυχολογικό υπερόπλο του αντιστεκόμενου κυπριακού ελληνισμού, ενάντια στο ζόφο που έχει κατακαθίσει πάνω τους μετά την εισβολή και τα κύματα του νεοκυπριωτισμού.

Είναι, επίσης, οι μαθητές. Κάτι στην Κύπρο, μια ακατέργαστη, τραχιά συνείδηση επαγρύπνησης προστατεύει τη νεολαία από τα πρώτα της αγνά βήματα. Μετά, βέβαια, το σχολείο έρχεται ο καιάδας του νεοκυπριωτισμού. Αλλά τουλάχιστον, στα σχολεία τα πράγματα δεν πρέπει να είναι όπως στων Καλαμαράδων, που από τα 10 τα αγόρια θέλουν να γίνουν άφυλοι τραγουδιστές και τα κορίτσια μαθαίνουν σ’ αυτή την τόσο χαρακτηριστική εκποίηση του σώματος και της αξιοπρέπειας που κάποιοι αθυρόστομοι δικαιώς την χαρακτηρίζουν λάϊφ στάιλ πουτανιά.

Αυτή, δε η αγνή και ακατέργαστη τραχιά συνείδηση της αγωνιστικής επαγρύπνισης τείνει να γίνει βορά στις σαρκοβόρες διαθέσεις του ΕΛΑΜ. Η αιτία είναι ότι όλες σχεδόν οι κομματικές μαθητικές παρατάξεις, προσπαθούν από πολύ νωρίς να τους μεταδώσουν την αλφαβήτα του ξεπουλήματος που προβλέπεται να συλλαβίζουν σε όλη τους την ζωή, και το εφηβικό ένστικτο αντιδρά σ’ αυτήν την πρόωρη ξεφτίλα. Κάπου εκεί, και δοθέντος του αποπροσανατολισμού και της αδυναμίας των αυτόνομων, οι φασίστες μυρίζονται νέο αίμα και λανσάρουν έναν σκοτεινό ακροδεξιό ριζοσπαστισμό, θρασύδειλης βεβαίως εκδοχής, γιατί αυτό είναι το μόνο επίπεδο της τόλμης που μπορεί να φτάσουν οι γόνοι μιας καταναλωτικής κοινωνίας. Η πράξη αυτή αποτελεί έναν φρικαλέο βιασμό αγνών αντιστασιακών ενστίκτων, έχει σπόνσορα τον οδοστρωτήρα του ΑΚΕΛ που σαφώς βολεύεται από αυτή την κατάσταση, και είναι το μόνιμο δικό μας άγος –γιατί θέλουμε και πρέπει να την ανατρέψουμε άμεσα και πάσει θυσία.

***

Οι νεοκύπριοι έχουν ερωτική σχέση με το αυτοκίνητό τους –κι αυτό αποτελεί ένα ακόμα αδιάσειστο πειστήριο του βαθύτερου ευνουχισμού στον οποίον έχουν υποβληθεί. Γι’ αυτό και τα ποδήλατα έχουν ανακηρυχθεί εχθρικά οχήματα από τους οδηγούς, οι οποίοι τα κυνηγούν μανιωδώς σα σε βίντεο γκέιμ. Απέναντί τους πασχίζουν να επιβιώσουν τρεις συνομοταξίες. Οι μετανάστες, που οδηγούν κάτι ξεφούσκωτα σούργελα και αποδεικνύουν περίτρανα ότι το ποδήλατο είναι πάνω απ’ όλα ένα γνήσιο προλεταριακό όχημα, σύντροφος των φτωχών στον καθημερινό τους κάματο. Μετά έρχονται τα λάιφ στάιλ φρικιά, που έχουν εισάγει τα ποδηλατικά ήθη από την Αθήνα ή τη Βαρκελώνη, και οι οποίοι εσχάτως σπονσοράρονται από τις σχετικές καμπάνιες του Δήμου Λευκωσίας, ο οποίος κάπου πρέπει να ξεπλύνει τη συνενοχή του στον συστηματικό βιασμό της εναπομείνασας ελεύθερης πόλης. Αυτή η συνομοταξία, διακρίνεται από τις άλλες επειδή οδηγάει τα πιο ακριβά ποδήλατα, κατασκευασμένα με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Τέλος, το ενωτικό κίνημα αντιπροσωπεύεται από τους συμπαθείς παππούδες, που οδηγούν κάτι πανάρχαια κουρσούμια στολισμένα με ελληνικές σημαίες, τα οποία παραπέμπουν βέβαια στα ποδήλατα με τα οποία τα νεαρά στελέχη της ΕΟΚΑ αλώνιζαν πόλεις και υπαίθρους μεταφέροντας τα μηνύματα της οργάνωσης. Θωρώντας τους, σκέπτομαι πως ο αγώνας για ένα αυθεντικό, αντιστασιακό-λαϊκό κίνημα αυτοδιάθεσης περνάει μέσα από την διαμόρφωση και μιας ποδηλατικής φυλής που να συνδυάζει στοιχεία και από τους τρεις τύπους που περιγράψαμε. Θέλουμε ποδηλάτες φρικκιά, με αυθεντική λαϊκή συνείδηση, να κάνουν προλεταριακή και όχι επιδεικτική χρήση του μέσου, και να το ‘χουν στολισμένο με ελληνικές σημαίες. Όνειρο…

[Εδημοσιεύθη στην εφημερίδα ΕΝΩΣΙΣ]

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Οι πλατείες και η Αριστερά

Από τη ΡΗΞΗ που κυκλοφορεί

40 μέρες δεν είναι πολλές, αλλά ούτε και λίγες. Μέσα στις τελευταίες, οι πλατείες της χώρας απέκτησαν τη δική τους ζωή. Οι αγανακτισμένοι των πλατειών, παίρνοντας το νήμα από την plaza del sol, έχουν πια δημιουργήσει ένα λαϊκό κίνημα, ακόμη και για τους πιο κακοπροαίρετους. Γνωρίστηκαν, συγκάλεσαν συνελεύσεις, συζήτησαν, διαφώνησαν και πλακώθηκαν, μα κράτησαν αυτά που ενώνουν, και απόδειξη είναι ότι έχουν ήδη ματώσει μαζί. Πριν από 40 μέρες σχεδόν ολόκληρη η Αριστερά χαμογελούσε ειρωνικά (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και κομμάτια της που από την αρχή αγκάλιασαν “ανυπόγραφα” το νέο κίνημα, όπως και άλλα, που ήταν και παραμένουν εχθρικά). Το ΚΚΕ , γνωρίζοντας, όπως πάντα πως δεν μπορεί να αντέξει ένα άνοιγμα στις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας κράτησε από την αρχή μια θέση αυτοσυντήρησης, που συνοψίζεται στα λόγια της Αλ. Παπαρήγα: «εικόνισμα το κίνημα των Αγανακτισμένων δεν το κάνουμε, άλλες είναι οι μορφές ταξικής πάλης”.

Οι υπόλοιποι, δεν χρειάστηκαν πολύ για να καταλάβουν ότι στις πλατείες πράγματι υπήρχε ψωμί… Ακολούθησαν μεγάλα λόγια, “Να δέσουμε το ατσάλι της αριστεράς με την οργή των πλατειών”, “ρίξτε κόκκινο στο θολό τοπίο” και άλλα μεγαλόστομα και ποιητικά, που δυσκολεύονταν ωστόσο να κρύψουν την πολύ ξεκάθαρη θέση από πίσω τους: Η πλατεία είναι εκεί και περιμένει την Αριστερά να την κατευθύνει, να της δώσει γραμμή. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά; Ναι εντάξει, υπάρχουν τα αυθόρμητα κινήματα, αλλά δεν μπορούν να πανε μακριά χωρίς το σωστό πολιτικό πλαίσιο, το πρόγραμμα και το στόχο. Και ποιος άλλος θα τα παρέχει αυτά στο νήπιο της πλατείας; Μα φυσικά η Αριστερά. Τί κάνει άλλωστε τόσα χρόνια, για κάτι τέτοια εκπαιδεύεται. Κι όμως, είναι ακριβώς αυτή η θέση που φανερώνει πως η Αριστερά δεν βλέπει το πρόβλημα, καταλήγει να λειτουργεί ανασταλτικά για τις πλατείες, γίνεται τροχοπέδη.

 Αυτό που έστω και ανεπίγνωστα, για την ώρα, αμφισβητείται από το κίνημα των πλατειών, αυτό ενάντια στο οποίο εξεγείρεται ο ελληνικός λαός είναι βαθύ και πάει πολύ μακρύτερα από τις εγχώριες εργασιακές σχέσεις, τους μισθούς και τις συντάξεις. Αμφισβητείται ο ρόλος της Ελλάδας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας τα τελευταία 40 χρόνια, η πρόσληψη των παγκοσμιοποιητικών συνταγών “ανάπτυξης” για την περιφέρεια και φυσικά, το πολιτιστικό τους εποικοδόμημα. Η κατασκευή μιας χώρας-παράσιτο, δεμένης σε στρατηγικές επιλογές που άλλοι αποφάσιζαν γι αυτήν, μιας χώρας που φρόντισε να ξεχερσώσει κάθε πυλώνα αυτοδύναμης, παραγωγικής ανάπτυξης, αναθρέφοντας μια διεφθαρμένη ελίτ εργολάβων και media personalities και βυθίζοντας το λαό της στη συνενοχή που φέρανε τα “καθρεφτάκια” των επιδοτήσεων και των μετοχών. Ο ελληνικός λαός εξεγείρεται ενάντια σε ένα ολόκληρο κοινωνικό φαντασιακό, πρώτα και κύρια ενάντια στην καθημερινότητά του. Ναι, υπάρχει βάθεμα της φτώχειας, ένταση της κοινωνικής αδικίας, εκτόξευση της ανεργίας, σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα στα κέντρα των πόλεων, μετανάστευση των νέων, ξεπούλημα του εθνικού πλούτου και ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό. Υπάρχει όμως και φόβος για το αύριο, ανασφάλεια, ανημπόρια μπροστά στον κυρίαρχο τεχνοκρατικό λόγο και τον τρόμο των δελτίων των 8, αναξιοπρέπεια, παθητικότητα και γκρίζο. Αυτά βγάλανε τους ανθρώπους στις πλατείες και εκεί ψάχνουν ξανά την αλληλεγγύη και τη συλλογικοποίηση.

 Η Αριστερά αδυνατεί να καταλάβει τη συνολική ρήξη με το παλιό, που κυοφορείται και γίνεται μέρος του προβλήματος. “Τα συνδικάτα στις πλατείες”, “στο βάθος λαϊκή εξουσία”, “άγριες απεργίες”, “ταξικό…μπραντεφέρ”. Η Αριστερά στις πλατείες αναχωρεί για άλλη μια φορά από την πραγματικότητα προς τη γη των φαντασιώσεών της, αγνοώντας υποκείμενα, συσχετισμούς και συνθήκες και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι δεν έχει κερδίσει ούτε σπιθαμή. Είναι το κίνημα των πλατειών κατά του συνδικαλισμού; Φυσικά και όχι. Αλλά ποιού συνδικαλισμού; Του πλήρως αλλωμένου οχυρού συντεχνιακών διεκδικήσεων μιας ορισμένης εργατικής αριστοκρατίας; Των πιο μαχητικών, πρωτοβάθμιων σωματείων-φοιτητικών συνελεύσεων 40ρηδων; Ή μήπως του πραγματικά ταξικού, ατσάλινου συνδικαλιστικού μετώπου (μη λέμε ονόματα), που περνώντας από το σύνταγμα τις προάλλες το γιούχα ακούστηκε μέχρι τον Περισσό; Οι πλατείες δεν είναι ενάντια στον συνδικαλισμό. Απλά τον επανεκδιεκδικούν. Το φετίχ της γενικής απεργίας προβάλεται επίσης αυτιστικά από την Αριστερά, τονίζοντας την αυτοαναφορά της. Με τον επίσημο συνδικαλισμό πλήρως απονομιμοποιημένο στις συνειδήσεις του κόσμου, το μεγαλύτερο κομμάτι των εργαζομένων να μην μπορεί να απεργήσει, την εργοδοτική τρομοκρατία στο φόρτε και τους δεσμούς αλληλεγγύης μεταξύ των εργαζομένων διαλυμένους, ως αποτέλεσμα των εργασιακών ηθών της ευελιξίας και της εξελιξιμότητας που επέλαυναν στις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά και του ίδιου του κατακερματισμού της κοινωνίας ολόκληρης, δεν θέλει και πολύ μυαλό να δεί κανείς ότι η ίδια η έννοια της απεργίας είναι υπό διεκδίκηση. ‘Οτι το ζητούμενο είναι πρώτα ένα μαζικό , ενωτικό, λαϊκό κίνημα και μετά οι απεργίες, που θα πετύχουν και πάλι, ως αποτέλεσμα της δουλειάς που θα έχει κάνει το κίνημα αυτό μέσα στην κοινωνία και κατ’επέκταση στους χώρους εργασίας. Το να μπαίνεις όμως μέσα σε ένα τέτοιο κινημα που μόλις γεννιέται και να θέτεις επιμόνως την απεργία ως αυτοσκοπό, δεν διαφέρει πολύ απο το να χορεύεις γύρω απ’τη φωτιά, περιμένοντας να βρέξει.

 Η Αριστερά λέει αυτά που ξέρει, αλλά η πραγματικότητα την ξεπερνά. Στην αντίθετη περίπτωση δεν θα χρειαζόμασταν την πλατεία. Τί υπάρχει στον αντίποδα; Τα συνθήματα δίνουν τον τόνο και ξεκαθαρίζουν τον χαρακτήρα. Οι πλατείες θυμούνται το “ψωμί, παιδεία, ελευθερία” και το “114”. ‘Οσο απλό κι αν είναι, το “θέλουμε τη ζωή μας πίσω” είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από το “βασικός μισθός στα 1400 ευρώ”. Το πρώτο παραπέμπει σε μια πολιτιστική επανάσταση, το δεύτερο σε χειρισμούς τακτικής στα πλαίσια διεκδικήσεων “αναδιανομής της πίττας”. Στους καιρούς που ζούμε, οι πλατείες απαντάνε με το πρώτο. Οι αγανακτισμένοι δεν καταφέρνουν να ζητήσουν κάτι περισσότερο, μεγαλύτερο και πιο συνεκτικό από το να φύγουν αυτοί που μας έφεραν εδώ. Είναι αρκετό αυτό; Φυσικά όχι. Είναι λίγο; ούτε. Ζήτησε κάτι περισσότερο ο αιγυπτιακός λαός στην πλατεία Ταχρίρ; Ζήτησε κάτι περισσότερο ο ελληνικός λαός τον Νοέμβρη του ’73; Και για να πάμε λίγο μακρύτερα, τί ακριβώς “ζήτησε” ο γαλλικός Μάης;

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Και για όποιον δεν κατάλαβε ρε μαλάκες…

‘Ετσι γαμάει η ΠΑΣΟΚάρα ρε! Ακόμη κι όταν πέφτει…

Στο δρόμο και στη βουλή ρε! Η ΠΑΣΟΚάρα δεν αφήνει τα αληταριά και τα τσογλάνια…

…να βυθίσουν τη χώρα στο χάος! Ο ασθενής είναι στο χειρουργικό κρεβάτι, κι οποιανού δε του γουστάρει μπούλο. Ντάξει;

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Ω…ναι! (περί αφετηρίας και προορισμού)

Του Νικόλα

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Από ήττα σε ήττα μέχρι την τελική νίκη

Αναδημοσίευση από εδώ

 

 

Μετά από πολύμηνη σιγή ασυρμάτου, οι «αναμνήσεις από τον Σύριζα» δεν μπορούν να μην ασχοληθούν με τη νέα περίλαμπρη επιτυχία της καθ’ ημάς αριστεράς. Το μαοϊκό απόφθεγμα του τίτλου συνοψίζει άψογα την αριστερή ταχτική ου μην και στρατηγική  απέναντι στους Αγανακτισμένους του Συντάγματος.

Γιατί δεν γίνεται ρε φίλε κοτζάμ αριστερά, ρεφορμιστική, επαναστατική ή ερμαφρόδιτη να κωλοχτυπιέται μήνες και να μην μπορεί να φτιάξει μια τέτοια κατάσταση ούτε στο υποδεκαπλάσιό της. Κι έρχεται και το κάνει ποιος; Το facebook!

Ε όχι.

Όπως υπογράμμισε γνωστό στέλεχος της επανάστασης «δεν μπορώ να το πιστέψω. Κάτι άλλο υπάρχει από πίσω». Και καλά, η άτιμη η CIA βάλθηκε να ξεδοντιάσει την στέρεα αξιοπιστία του λαϊκού και εργατικού κινήματος. Δικαίωμά της.

Αλλά άμα το δούμε από την σκοπιά της διοργάνωσης, ο εργάτης ο σωστός, ο ντούρος, ο πρόστυχος, ο έμπυρος, δεν ενημερώνεται ρε παιδιά από το facebook. Έλεος. Ενημερώνεται από την αφίσα, από την προκήρυξη και από τα κόκκινα συνθήματα στους τοίχους.

Αυτές τις μέρες δεν θα ήθελα να ‘μουνα στη θέση του Φίλη. Διότι ο Νίκος το ξέρει από παλιά ότι ο Αλαβάνος είναι φαρμακόγλωσσος. Τρεις στις τέσσερις ατάκες που αμολάει, βγαίνουν αληθινές. Τι τα ήθελε τα περί «Ταχρείων»; Και δώστου δεν είναι Κάιρο η Αθήνα. Και δώστου δεν είναι Ταχρίρ το Σύνταγμα. Και δώστου πόσο επικίνδυνος ο Αλέκος. Και όχι τίποτε άλλο άντε να βγάλουν φτερά οι νεολαίοι του ΣΥΝ που είδαν κόσμο στην πλατεία και μπήκαν, αλλά άμα πει κανείς «ψιτ ο Αλαβάνος» γυρνάνε τρομαγμένοι.

Η πλάκα είναι ότι το Μέτωπο πάσχιζε να φτιάξει την πλατεία για τις 23 Ιούνη κι είχε οργανώσει σύσκεψη για αυτό στις 27 Μάη. Όμως δεν πρόκαμε, διότι η ζωή έχει άλλους ρυθμούς, και η πλατεία γέμισε ένα μήνα πριν, χωρίς πολλά πολλά. Δεν είναι κακό, πολύς κόσμος γλύτωσε το τρέξιμο, τις συσκέψεις, τις αναλύσεις, τις εχτιμήσεις και τις αφισοκολλήσεις. Μπορεί να γλίτωσε και κάνα φράγκο που θα το δινε στον ψυχαναλυτή του.

Μέσα στον γενικό ορυμαγδό, ο Λαφαζάνης έβγαλε τη γραμμή «να δώσουμε αριστερό προσανατολισμό». Προσπερνώ την κακεντρέχεια του ξαδέρφου μου του Φώντα που αναρωτήθηκε πως «άμα ο Παναγιώτης δεν μπορεί να δώσει αριστερό προσανατολισμό στην πλατεία Κουμουνδούρου, πώς θα δώσει αριστερό προσανατολισμό στην πλατεία Συντάγματος;»

Στέκομαι όμως στην αυταρέσκεια, στην αφέλεια και στη συγκινητική αυτοπεποίθηση ότι οι παριστάμενοι περιμένουν έμπλεοι αγωνίας την αριστερά να τους δώσει γραμμή.

Μήνες και μήνες, σύμπασα η αριστερά, από το ΚΚΕ μέχρι την Ανταρσύα και σύμπασα η συνδικαλιστική πρωτοπορία, από το ΠΑΜΕ, μέχρι τον Μητσάρα τον Στρατούλη και τον Συντονισμό Πρωτοβάθμιων, χύναν τόνους σάλιου και ιδρώτα για να πείσουν ότι το να «πάμε Σύνταγμα και να μείνουμε Σύνταγμα» είναι ανέφικτο, τυχοδιωκτικό και άσκοπο. Η σωστή διαδήλωση δεν πάει να μείνει στο Σύνταγμα, δεν επιτρέπει ελληνικές σημαίες, έχει μπροστά τα Πρωτοβάθμια και το Σουμουτου, περνά τρέχοντας το Σύνταγμα διότι πέφτει χημικό με το τσουβάλι και μετά έχει να το λέει για βδομάδες, περιμένοντας την επόμενη γενική απεργία που θα κηρύξουν οι πουλημένοι εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ.

Μόλις λοιπόν κυκλοφόρησε στην πιάτσα η συγκέντρωση της Τετάρτης έπεσε ειρωνία. Το καλό βέβαια με το facebook είναι ότι μπορείς να σβήσεις τα σχόλια που έκανες. Κι έτσι τα φαρμακερά σχόλια για τους απολίτικους, ελληναράδες, γηπεδοχουλιγκάνους, αγανακτισμένους ΟΝΝΕΔίτες, φασιστικά αποβράσματα, αλλά και φλώρους της πλατείας Συντάγματος, εξηφανίσθησαν και δώσαν τη θέση τους σε παραινέσεις παρέμβασης και εμπλοκής.

Ο ΣΥΝ στραβοκατάπιε τους Ταχρείους, το Κοκκινοπράσινο κάνει ότι δεν βλέπει τις ελληνικές σημαίες και δεν ακούει το βάρβαρο «και α και ου γαμώ το Δουνουτου», ο Τσίπρας έκανε και φιλική δήλωση διότι σου λέει τι έχω να χάσω; Φασούλι το φασούλι ανεβαίνει το ποσοστό. Κι εκεί που την πρώτη μέρα η ΠΓ του ΣΥΝ μέτραγε πόσες ελληνικές σημαίες κουνιούνται στο Σύνταγμα, ο όγκος των αγανακτισμένων, αλλά και η εξαιρετικά πολιτική συνέλευση της πλατείας, έδωσε το πρόσταγμα: Μετάαααααβολή!

Ο ίδιος ο προσφιλής μου Δημοσθένης αφού προβληματίστηκε από το συμβάν (εδώ μιλάμε πάντα με όρους Μπαντιού), κι αφού βεβαίως γκρίνιαξε διότι οι συγκεντρωμένοι δεν πάνε έξω από το Χρηματιστήριο ή την Τράπεζα της Ελλάδος, απεφάνθη ότι: «Τη διαδικασία αυτή, είτε θα την παρατηρεί κανείς και θα τη σχολιάζει απ’έξω, σαν κάτι εξωτικό και όχι τόσο τέλειο όσο θα όφειλε εξαρχής, είτε θα μπει για να δει -και να επηρεάσει- δυνατότητες και όρια». Οι αναγνώστες του Red Notebook ήταν ήδη τόσο ανατριχιασμένοι με τους αγανακτισμένους που έλουσαν τον Δημοσθένη με χαρακτηρισμούς. Ξεχνούν ότι και ο οπορτουνισμός θέλει την οξυδέρκειά του.

Όμως το ρεσιτάλ της πολιτικής αρχών εδόθη από την επαναστατική αριστερά. Στην αρχή χέσιμο με τη σέσουλα, μετέπειτα ένας κάποιος (ψιλός) προβληματισμός και τέλος κλιμάκωση της παρέμβασης με τη μαζική μπούκα στη Συνέλευση το Σαββατόβραδο. Η οποία ειρήσθω εν παρόδω θύμιζε εισβολή Ούννων σε μια κατά τα λοιπά ανθρώπινη διαδικασία. Περικύκλωσαν το προεδρείο, απαιτούσαν το λόγο πριν τους κοινούς θνητούς μαλάκες, βούτηξαν τα μικρόφωνα και θυμηθήκαμε όλοι την ωραία εποχή της Πισικάπα.

Τα συνδικάταααα ούρλιαζε ο ένας. Γενική απεργίαααα βράχνιαζε ο άλλος. Πολιτικό πλαίσιοοο γκάριζε ο τρίτος. Για καμιά ώρα η πλατεία έμοιαζε με φοιτητική συνέλευση τριανταπεντάρηδων και σαρανταπεντάρηδων.

Συνάδελφοι έλεγε ο ένας νομίζοντας ότι μιλάει στου Γκίνη. Σύντροφοι απαντούσε ο άλλος νομίζοντας ότι μιλάει στην ΟΒα του. Παιδιά ηρεμία ίδρωνε ο συντονιστής νομίζοντας ότι μιλά σε φυσιολογικούς ανθρώπους.

Είχε προηγηθεί ο Συντονισμός των Πρωτοβάθμιων ο οποίος αποφάσισε ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κόσμος μαζεμένος και να μην πάει η μαχόμενη κι από τα κάτω συνδικαλιζόμενη αριστερά να δώσει τη σωστή γραμμή. Τι διάολο πρωτοπορία είμαστε άμα αφήνουμε τους απολιτίκ φλώρους του real-democracy να διεξάγουν μια συνέλευση χιλιάδων ανθρώπων;

Να πάμε να τους επηρεάσουμε έλεγε ο ένας. Να πάμε να τους προστατεύσουμε έλεγε ο άλλος. Να πάμε να τους πολιτικοποιήσουμε έλεγε ο τρίτος. Και δεν εβρέθη κανένας θαρραλέος να συνοψίσει την γραμμή σε μια φράση: Να πάμε να τους διώξουμε… Εκεί ήταν το ζουμί.

Τέτοιες ώρες σκέφτεσαι στα σοβαρά: Μήπως αν έλειπε η αριστερά τα πράγματα θα ήταν καλύτερα;

Κι αναγκαστικά σε πιάνει μια μελαγχολία. Κανένας από την αριστερά δεν μπόρεσε να πετύχει κάτι τέτοιο. Κανένας δεν προβληματίστηκε από αυτή την αδυναμία. Κανένας δεν αναρωτήθηκε για την απαξίωση και τη στοχοποίηση όλου του πολιτικού συστήματος και όλης της Βουλής. Κανένας δεν έμαθε. Κατά πλειοψηφία οι αριστεροί χλεύασαν, απαξίωσαν, κορόιδεψαν. Στην καλύτερη στάθηκαν αμήχανοι και είπαν «έτσι είναι τα αυθόρμητα κινήματα». Και στο τέλος μπούκαραν να δώσουν τη γραμμή.

Δεν θέλει πολύ να καταλάβεις πως όπου δεν σκάει το χημικό του Ματατζή, σκάει η βλακεία του αριστερού.

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Και ξαφνικά… Λαϊκές συνελεύσεις!

Αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες μέρες στην πλατεία συντάγματος  γύρω από το λευκό πύργο στη Θεσσαλονίκη, σε κεντρικές πλατείες άλλων πόλεων της Ελλάδας είναι πρωτόγνωρο! Στο σύνταγμα εκατοντάδες άνθρωποι (χτες θα έπρεπε σίγουρα να είναι 2000) γύρω από μια πρόχειρη μικροφωνική παίρνουν το λόγο και μιλάνε σε λαϊκές συνελεύσεις που κρατάν από το απόγευμα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, συζητούν για το γιατί βρίσκονται εκεί, γιατί βγήκαν στους δρόμους και τις πλατείες, τί θέλουν, τί περιμένουν. Άνθρωποι όλων των ηλικιών λένε από το μακρύ και το κοντό τους μέχρι το…»τί να κάνουμε» μέσα σε κλίμα ωριμότητας και σεβασμού, που αν μη τι άλλο, φανερώνει πως γι αυτούς τους ανθρώπους η διαδικασία που εξελίσσεται  εκεί  είναι σημαντική, αναγκαία, πρέπει να διαφυλλαχτεί.

Άνθρωποι όλων των ηλικιών και όλων των πολιτικών χώρων, με θυμό για τους λόγους για τους οποίους βρίσκονται εκεί, με αγωνία για το τί θα γίνει αύριο, αλλά με ενθουσιασμό και συγκίνηση γι αυτό που συμβαίνει, δημιουργούν  στις πλατείες των πόλεων κλίμα άλλων εποχών, που μέχρι προχτές (κυριολεκτικά προχτές) έμοιαζε χαμένο για πάντα κάτω από το γκρίζο της Ελλάδας του μνημονίου, κάτω από τον τρόμο των δελτίων των 8, τη βία των δρόμων της Αθήνας τις τελευταίες εβδομάδες. Κι ακόμη περισσότερο, χαμένο κάτω από δεκαετίες αλλοτρίωσης, ανοησίας και ηλιθιότητας, κατανάλωσης, ιδιώτευσης  και κατακερματισμού. Ένα κλίμα του οποίου φορέας είχε αυτοανακυρηχθεί εργολαβικά,  για χρόνια ολόκληρα,  η συστημική «αμφισβήτηση», που το μετέτρεψε  σε φρανκενστάιν, κλείνοντάς το στα στεγανά των μέτρων της, συντηρώντας μαγαζιά και παραμάγαζα, ορίζοντας την εκτροπή από την κανονικότητα ως γενικευμένο μπάχαλο, ακρωτηριάζοντας την πολιτική έκφραση και τον αντισυστημικό λόγο, δείχνοντας τελικά τα όριά της στον Δεκέμβρη του ’08.

Κι όμως τις τελευταίες μέρες φαίνεται να γεννιέται ένα νέο κίνημα, δυναμικό, δημιουργικό, επίκαιρο και ανέλπιστα ώριμο, γιατί βγαίνει μέσα από την ανάγκη. Την ανάγκη για ένα νέο «εμείς» απέναντι στην επίθεση που δέχεται ο λαός αυτής της χώρας, την ανάγκη για έκφραση, για αντίδραση στην ανημπόρια στην οποία μας ρίχνει ο κυρίαρχος λόγος των εγχώριων και διεθνών ελίτ, του πολιτικού τους προσωπικού και των μιντιακών τους φερέφωνων. Την ανάγκη ψυχικής ανάτασης ενάντια στη αγωνία για το άυριο, μαζί με όλους εκείνους που τους ενώνει μια κοινή μοίρα, μακρυά από τους χομπίστες της αποψάρας και τους επαγγελματίες της διεκδίκησης.

Νέοι πόλοι μη-κανονικότητας λοιπόν, στα κέντρα των ελληνικών πόλεων, ξανά πραγματική πολιτική απο «τα κάτω». Στο σύνταγμα δημιουργούνται ομάδες εργασίας με συγκεκριμένες αρμοδιότητες, γιατί υπάρχει η πίστη ότι αυτό που γίνεται γίνεται για να διαρκέσει, ομάδες επισιτισμού, ομάδες τύπου, μεταφράσεων, καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, ομάδες περιφρούρησης, ομάδες καθαριότητας και άλλες. Βασικός προβληματισμός, η διαφύλαξη του ειρηνικού χαρακτήρα των εκδηλώσεων, τρόποι συν-απόφασης, τρόποι έκφρασης αιτημάτων, μια πρώτη έκφραση του κλίματος των συνελεύσεων σε ένα κείμενο, τρόποι διάχυσης των συνελεύσεων στις γειτονιές κ.α. Τα λίγα «εκτός-θέματος» δεν λοίπουν βέβαια. Από Ελληνάρες με περικεφαλαίες (!) μέχρι ανθρώπους που δεν είχαν βγει ποτέ στο δρόμο για να διεκδικήσουν και να διαμαρτυρυθούν, παρά για να πανηγυρίσουν για το euro ή τη eurovision και έχουν ένα χαρακτηριστικό μούδιασμα καθώς φυσάνε τη σφυρίχτρα τους. Από την άλλη, ένα κομμάτι της συστημικής αμφισβήτησης που λέγαμε πιο πάνω, αν και το μεγαλύτερο μέρος της σνομπάρει ακόμη το «απολιτίκ» του πράγματος (παρόλο που νομίζω ότι σύντομα θα καταλάβουν τί συμβαίνει). Αυτοί που συμμετέχουν ωστόσο, εμφανίζουν κάποια προβλήματα προσαρμογής, μιας και είναι η πρώτη φορά εδώ και χρόνια που πηγαίνουν καλεσμένοι σε…γιορτή άλλων, και μάλιστα σε «χωράφια» που θεωρούν κατεξοχήν δικά τους. Κατεβαίνουν λοιπόν κρατώντας σημαίες της Αργεντινής, της Αιγύπτου, της Τυνησίας, της Παλαιστίνης, αλλά βασικός τους προβληματισμός στις κουβέντες είναι κάτι σαν «έλεος μ’αυτές τις ελληνικές σημαίες στο σύνταγμα», ενώ βιάζονται να διορθώσουν το «Έλληνες» σε «άνθρωποι».  Τώρα βέβαια το γιατί ο Αιγύπτιος δικαιούται να ανεμίζει τη σημαία του στην πλατεία Ταχρίρ (και ο Έλληνας καταναλωτής του συμβολισμού  της αιγυπτιακής εξέγερσης επίσης), αλλά ο Έλληνας διαμαρτυρόμενος στο σύνταγμα δεν δικαιούται να κρατάει την Ελληνική, είναι άλλο θέμα…

Ωστόσο σε γενικές γραμμές, τόσο η προσέλευση του κόσμου, που συνεχίζεται για τέταρτη μέρα σήμερα, όσο και το επίπεδο των συνελεύσεων, η συμμετοχή και ο ενθουσιασμός, είναι εντυπωσιακά. Είναι ένα κίνημα εν τη γενέσει, που χρειάζεται τη στήριξη όλων. Πρώτον, γιατί βγαίνει μέσα από πραγματικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας και γι αυτό είναι αυθεντικό και δημιουργικό. Δεύτερον, γιατί μπορεί να κινητοποιήσει κόσμο που είτε «ξύπνησε» προχτές, όπως γράφανε τα πανώ της πρώτης μέρας, ως απάντηση στους Ισπανούς, είτε δεν «χωράει» (πια) στα παραδοσιακά σχήματα της μεταπολιτευτικής αμφισβήτησης. Και τρίτον, γιατί αν η συμμετοχή του κομου φθίνει, είναι θέμα χρόνου να εκφυλλιστούν οι συνελεύσεις σε ένα ακόμη από τα τόσα μαγαζάκια «πολιτικής» αυτοαναφοράς, που δεν αφορούν κανέναν. Και αν η «επιστροφή στην κανονικότητα», που τόσο φοβόταν ο Δεκέμβρης του ’08, τότε δεν σήμαινε παρά «τέρμα το καγκελάκι, έχουμε και δουλειές», τώρα σημαίνει πραγματικά πολλά, και δουλείες δεν υπάρχουν ως γνωστόν…

Τελειώνω με το ψήφισμα της χτεσινής συνέλευσης από εδώ.

Εδώ και πολύ καιρό παίρνονται αποφάσεις για εμάς χωρίς εμάς.

Είμαστε εργαζόμενοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, νεολαίοι, που έχουμε έρθει στο σύνταγμα για να παλέψουμε και να αγωνιστούμε για τις ζωές μας και το μέλλον μας.

Είμαστε εδώ γιατί γνωρίζουμε ότι οι λύσεις στα προβλήματά μας μπορούν να προέλθουν μόνο από εμάς.

Καλούμε όλους τους Αθηναίους, εργαζόμενους, ανέργους και νεολαία στο Σύνταγμα, και όλη την κοινωνία να γεμίσει τις πλατείες και να πάρει τη ζωή στα χέρια της.

Εκεί στις πλατείες θα συνδιαμορφώσουμε όλα μας τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις μας.

Καλούμε όλους τους εργαζόμενους που θα απεργήσουν την επόμενη περίοδο να καταλήγουν και να παραμένουν στο Σύνταγμα.

Δεν θα φύγουμε από τις πλατείες, μέχρι να φύγουνε αυτοί που μας οδήγησαν εδώ: Κυβερνήσεις, Τρόικα, Τράπεζες, Μνημόνια και όλοι όσοι μας εκμεταλλεύονται. Τους διαμηνύουμε ότι το χρέος δεν είναι δικό μας.

ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΩΡΑ!

ΙΣΟΤΗΤΑ – ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ – ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ!

Ο μόνος αγώνας που χάνεται είναι αυτός που δεν δόθηκε ποτέ!

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Μέρες (ΠΑ)ΣΟΚ και δέους και νύχτες των κρυστάλων…

Δυσκολεύομαι να πω πολλά γιατί αυτά που συμβαίνουν είναι πρωτοφανή και χρειάζονται μερικές μέρες για να χωνευθούν (που ΔΕΝ χωνεύοται…)

Τρίτη ξημερώματα: 44χρονος νεκρός από μαχαιριές, έξω από το σπίτι του για μια κάμερα.

Τρίτη, Τετάρτη, τώρα: πογκρόμ φασιστοσυμμοριών στο κέντρο και σε γειτονιές (Πατήσια, Κυψέλη). Κυνηγητό και άγριο ξύλο αδιακρίτως σε μετανάστες. Εισβολές σε σπίτια. Άκουσα περιστατικά όπου χτυπούσαν γυναίκες με παιδιά.

Απολογισμός χτεσινής πορείας: Ένα παιδί στο γενικό κρατικό Νίκαιας σε προθανάτια κατάσταση, άλλοι δύο στα χειρουργία, δεκάδες άτομα σε νοσοκομεία με σπασμένα κεφάλια, σπασμένα πλευρά, σπασμένα δόντια.

Πέμπτη ξημερώματα: φασιστοελληνάρες (όπως όλα δείχνουν) σκότωσαν 30χρονο από το Μπαγκλαντές στα Πατήσια με μαχαίρι.

Πέμπτη βράδυ-τώρα: 17 άτομα (4 ή 5 Έλληνες) σε νοσοκομεία, μαχαιρωμένοι, ή χτυπημένοι άγρια με ρόπαλα από τις επιθέσεις στα στενά γύρω από την Ομόνοια. Εισβολή στο κέντρο σίτισης αστέγων του δήμου, στην Πειραιώς.

Οργή δε λές τίποτα… Μετά εμετός. Μετά πάλι οργή…

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Τί μας έμαθε ο Θανάσης

Του Νίκου Ξυδάκη

Γράφτηκαν τόσα πολλά για τον Θανάση Βέγγο, που θα ήταν περιττό να προσθέσουμε άλλα, για τις αρετές του ανδρός και του καλλιτέχνη. Προφανώς, η πάνδημη αγάπη οφείλεται στη σπάνια ταύτιση προσωπικού ήθους και ταλέντου, στην ειλικρίνεια και την αλήθεια που εξέπεμπε ο καλός άνθρωπος, ο άνθρωπός μας. Προφανές, αλλά όλο και σπανιότερο. Λιγότερο προφανές, αλλά σημαντικότερο είναι αυτό που ενσάρκωσε ο Θανάσης. Το λέω συνοπτικά: τον μεταπολεμικό επιβιωτή, τον Ευρωπαίο άνθρωπο της ανοικοδόμησης, τον Ελληνα σε κατάσταση διαρκούς εκτάκτου ανάγκης, τον διαρκώς εφευρέτη και μαχητή. Πίσω από τη μάσκα του κλόουν υπάρχει ασφαλώς μελαγχολία. Γνωστό. Ο Θανάσης ήταν όμως ένας ξεχωριστός κλόουν, δικής του επινοήσεως. Η μελαγχολία του δεν ήταν ατομική, ήταν κοινωνική, ήταν η μελαγχολία του κοινού του. Αφενός. Και κατά κάποιο παράδοξο τρόπο, ήταν μια μελαγχολία καταφάσκουσα, δοξαστική της ζωής. Πιο χαρακτηριστική ταινία του, σε αυτή την κατεύθυνση, είναι το «Θανάση πάρε τ’ όπλο σου», του 1972. Είναι μια ταινία που μου θύμιζε τις λαμπρότερες παραδόσεις του ιταλικού νεορεαλισμού: λαϊκή, διαυγής, πικρή, ειλικρινής, με κοινωνικό και υπαρξιακό πυρήνα, γυρισμένη σε πραγματικούς τόπους, με ρεαλισμό αδρό και χωμάτινο, όχι καρικατουρίστικο ή εξωραϊστικό.

Ο σοφέρ Θανάσης τρέχει και δεν φτάνει, σε έναν φιλμικό κόσμο που ανασυνθέτει απολύτως πειστικά τα ελληνικά χρόνια από το ‘50 έως το ‘70· τα χρόνια του σκληρού μεροκάματου, του δοσά, του πρώην δωσίλογου ή μαυραγορίτη που έγινε αφεντικό και εργοδότης, της επιβίωσης, του αυθαίρετου τσαρδιού (και όχι του μεταγενέστερου «εξοχικού») στα γκρεμά του Περάματος και των Τουρκοβουνίων, στο όρος Αιγάλεω και στους γυμνούς αττικούς λόφους. Ο Θανάσης τρέχει ν’ αποκαταστήσει την ανύπαντρη αδελφή, χρεώνεται στον τοκογλύφο αφεντικό του, τρέχει πίσω από τη ζωή, να την προλάβει. Και αγαπάει: μια γυναίκα χωρίς μοίρα, σαν αυτόν. Αρχίζει σαν συμπόνια για την ξεσπιτωμένη και εξελίσσεται σε έρωτα και κοινό αγώνα. Ο Θανάσης πέφτει μαζί της, σηκώνεται, ξαναπέφτει, σηκώνεται πάλι. Ο λεηλατημένος εργάτης, ο στραγγισμένος, ορμάει με φτυάρι και μυστρί, αρπάει τσιμεντόλιθους και χτίζει έναν οικίσκο στα κατσάβραχα, ένα αυθαίρετο στην άκρη της πόλης, πέρα και από τις συνοικίες, μια φωλιά στη μεθόριο του κόσμου.

Ελάχιστες ελληνικές ταινίες έχουν δείξει έτσι αδρά και γυμνά την αγωνία του μεταπολεμικού επιβιωτή, με διαρκή κλαυσίγελω, με ένταση, με τέτοια πίστη ζωής. Το υπαρκτό παράλογο του βίου συμφύρεται με το σχόλιο για την κοινωνική αδικία, η πικρή κωμωδία με το μελόδραμα, το ντοκουμέντο με τη μυθοπλασία. Είναι η στιγμή που η ελληνική κωμωδία αποκολλάται από την ηθογράφηση της αναδυόμενης μικροαστικής ζωής, αυτού του προτύπου λάιφστάιλ, με τους εύθυμους τύπους και τους χορτάτους αστούς των νεότευκτων πολυκατοικιών, και στρέφεται στη γυμνή ζωή των λαϊκών μεροκαματιάρηδων, των θαμπών ηρώων. Στον ακτήμονα φορτηγατζή Θανάση, που χτίζει το τσαρδί με τα ίδια του τα χέρια, δεν χωρούν ευφυολόγηματα και χωρατά, κωμικές καταστάσεις από παρεξηγήσεις και μικρομπερμπαντιές, δεν χωρούν καν οι έξυπνες ατάκες του Τσιφόρου και του Σακελλάριου. Ο προλετάριος τσιρκολάνος Θανάσης κουβαλάει όλη την Ελλάδα στους ώμους του, βογγώντας και γελώντας, κυνηγημένος και ριγμένος, αδικημένος, με σφιγμένα δόντια και πρωτογενές χαμόγελο. Είναι άνθρωπος, δεν είναι τύπος, δεν είναι χαρακτήρας· όπως δεν είναι τύποι οι ήρωες του Ροσελίνι ή του Βιτόριο ντε Σίκα, δεν είναι τύπος ο Τοτό στο «Κλέψας του κλέψαντος» του Μονιτσέλι.

Σε αυτή την κορυφαία του ταινία, μα και σε άλλες ταινίες, μπουρλέσκ, πικρές, τρελές, αυτοσχέδιες, καταγόμενες ταυτοχρόνως από τους αδελφούς Μαρξ, τον νεορεαλισμό, την πικρή ιταλική κωμωδία και το λαϊκό μελόδραμα, ο ακαταπόνητος, υπερκινητικός, θυελλώδης, συμπονετικός Θανάσης εκφράζει τον ακαταπόνητο, υπερκινητικό, θυελλώδη, συμπονετικό Ελληνα του καιρού του. Εζησαν με τον ίδιο τρόπο: κυνηγημένοι, ριγμένοι, αδικημένοι, μα πάντα ακούραστοι, πάντα όρθιοι μετά την πτώση, πάντα απέραντα αισιόδοξοι κατά βάθος, με μελαγχολικό βλέμμα και πηγαίο γέλιο, αποτροπαϊκό, γέλιο που εξορκίζει το κακό.

Ο καλός άνθρωπος, ο λαοφίλητος, που του φωνάζανε όλοι στο δρόμο «γεια σου Θανάση!» έδωσε ουσία και υπόσταση στην έννοια του λαϊκού: το ζωγράφισε αφελές και πηγαίο, ταπεινό και βαθύ, άμεσο και ειλικρινές. Αληθές. Δεν ντρεπόταν γι’ αυτό που ήταν, δεν καυχιόταν γι’ αυτό που έγινε, δεν ξέχασε τη γειτονιά του, το Νέο Φάληρο και το Μοσχάτο. Κατά τούτο, ήταν άνθρωπος άλλου καιρού, άλλου ήθους· δεν είναι του παρόντος, της ξιπασιάς, της καγκουριάς και του νεοπλουτισμού. Αυτή την αλήθεια του Θανάση, του αναγκεμένου μα μηδέποτε παραιτημένου Ελληνα, θα τη χρειαστούμε στα χρόνια που έρχονται, χρόνια πόνου και ανοικοδόμησης.

Πηγή: http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_2_08/05/2011_1295149

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Ένας χρόνος από τη marfin

Αυτό το πανό στη φωτογραφία με το «Απόψε πεθαίνει ο φασιμός» το θυμάμαι από την αρχή της πορείας στην  απεργία της 5ης Μάη πέρσι. Μου είχε κάνει εντύπωση, ένα σκέτο πανό με ένα σύνθημα από την εξέγερση του πολυτεχνείου του ’73, σε μια πορεία ενάντια στην τρόικα και στα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης. Στην αρχή μου είχε φανεί λίγο άκυρο, λίγο νάχαμε να λέγαμε ας πούμε. Στο τέλος της μέρας σκεφτόμουνα πόσο ανατριχιαστικά επίκαιρο και ειρωνικό ήταν αυτό το πανό. «Απόψε» κανένας φασισμός δεν πέθαινε, ζούσε και βασίλευε. Ο φασισμός της γραβάτας (Βγενόπουλος) χέρι χέρι με το φασισμό της κουκούλας τα είχαν καταφέρει μια χαρά. Σκοτώσανε τρεις ανθρώπους, που πραγματικά δεν «χωρούσαν πουθενά». Δεν χωρούσαν στις στατιστικές εργατικών ατυχημάτων της ΓΣΕΕ γιατί δεν ήταν μετανάστες σε κανένα κάτεργο της ολυμπιάδας, ούτε προλετάριοι στη ναυπηγοεπισκευαστική στο Πέραμα, ήταν γουάιτ κόλαρς που λέμε, και σκοτώθηκαν στην καρδιά της Αθήνας, μέρα μεσημέρι. Δε χωρούσαν στις «παράπλευρες απώλειες» ενός οσοδήποτε παρανοϊκού «ταξικού πολέμου» γιατί ήταν εργαζόμενοι ωστόσο, σαν κι αυτούς που απεργούσαν. Ο «χώρος» σοκαρίστηκε και καταδίκασε, λες και δεν ήταν φανερό όλα αυτά τα χρόνια ότι όταν χαϊδεύεις τα αυτάκια μιας αντικοινωνικής βίας, που παρουσιάζεται ως κοινωνική αντιβία (για να θυμηθώ και τον τίτλο ενός κειμένου που κυκλοφόρησε τότε), το μηδενιστικό μπάχαλο γίνεται εύκολα φόνος.  Τελικά κανένας δεν έφταιγε, έφταιγε η κακιά στιγμή και τρία μαλακισμένα που κανείς δεν τα ξέρει, παρά τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα της ΠΑΣΟΚάρας με συλήψεις «γνωστών» ένα χρόνο μετά. Και οι εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου που κατέβηκαν στην πιο μεγαλειώση διαδήλωση των τελευταίων δεκαετιών πήγαν σπίτι τους μουδιασμένοι και μάλλον το μούδιασμα κρατάει ακόμη γιατί τόσος κόσμος δεν ξανακατέβηκε σε ένα χρόνο μνημονίου. Έτσι ωραία κι απλά…

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Στόλος της Ελευθερίας ΙΙ

Μέσα στον Μάιο θα αναχωρήσει ο στόλος της Ελευθερίας ΙΙ με σκοπό να σπάσει τον θαλάσσιο αποκλεισμό στη λωρίδα της Γάζας, που το κράτος του Ισραήλ έχει επιβάλλει από το 2006, ως «αντίποινα» για την νίκη της Χαμάς στις εκλογές. Το Ισραήλ δημιουργεί κλίμα τρομοκρατίας, απειλώντας τους συμμετέχοντες στην αποστολή και δηλώνοντας ότι δεν θα επιτρέψει την προσέγγιση της Γάζας, σαν το περσινό μακελιό  να μην έγινε ποτέ. Εκπρόσωποι των ακτιβιστών θα συναντηθούν στις αρχές Μαίου με ευρωβουλευτές, επιτροπές του ΟΗΕ και άλλων διεθνών οργανώσεων σε μια προσπάθεια να παρουσιάσουν το εγχείρημα και να εξασφαλίσουν δεσμεύσεις πιέσεων στο Ισραήλ, που πέρσι απέδειξε ότι δεν δολοφονεί μονάχα Παλαιστίνιους. Στην φετινή αποστολή θα συμμετάσχουν ακτιβιστές από περισσότερες από 50 χώρες.

Στο μεταξύ, η Χαμάς ανακοίνωσε επίσημη κηδεία του Ιταλού ακτιβιστή Βιτόριο Αριγκόνι, μέλους του διεθνούς κινήματος αλληλεγγύης στον λαό της Παλαιστίνης, που απήχθη και εκτελέστηκε από ομάδα εξτρεμιστών. Οι υπηρεσίες ασφαλείας της Χαμάς δήλωσαν ότι όλοι οι υπέυθυνοι θα ανακαλυφθούν σύντομα.

http://www.shiptogaza.gr/

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Κερατέα άρτ ρεζίστανς φέστιβαλ (ή αλλιώς λευτεριά στους καλλιτέχνες)

Χτες Σάββατο, πέρασα κι εγώ μια βόλτα, όπως η μισή Αθήνα φαντάζομαι το τελευταίο τριήμερο, από το φεστιβάλ «αλληλεγγύης» στην Κερατέα. To φεστιβάλ διοργανώνεται από ομάδα-συσπείρωση καλλιτεχνών με την επωνυμία art resistance, σε συνεργασία με το συντονιστικό των κατοίκων ενάντια στην κατασκευή ΧΥΤΑ στην περιοχή. Μια σκηνή στήθηκε πάνω στα μπλόκα, τραπεζάκια οργανώσεων, σουβλάκια, μπύρες και κρασιά, κόκκινες και μαυροκόκκινες, παντομίμες και θεατρικά, εκθέσεις εικαστικών, καλλιτέχνες που εναλλάσσονταν με ρυθμό πολυβόλου στη σκηνή, ντόπιοι και επισκέπτες, κινηματική διάθεση, κοντολογίς γιορτή. Γιορτή με πολιτικό χαρακτήρα.

Μετά άρχισε να νυχτώνει και να γίνονται ψιλοφανερές οι εκλεκτικές συγγένειες των διοργανωτών με συγκεκριμένους «πολιτικούς» χώρους, παρόλο που οι art resistance φρόντισαν να ξεκαθαρίσουν ότι οι αρχές του φεστιβάλ είναι η» αυτοοργάνωση και ο ακηδεμόνευτος πολιτικός χαρακτήρας (λαϊκιστί χωρίς καπέλωμα)». Οι πολιτικές συγγένειες δεν είναι βέβαια κακό πράμα. Το αντίθετο. Μπορούν και πρέπει οι καλλιτέχνες να έχουν πολιτικό λόγο, μπορούν και πρέπει να έχουν πολιτικές συγγένειες, αλλιώς  δεν είναι καν καλλιτέχνες, είναι προϊόντα. Αυτό βέβαια υπό κανονικές συνθήκες. Διότι στις τωρινές, οι άνθρωποι που αυτο-προσδιορίζονται ως η νέα γενιά των Ελλήνων καλλιτεχνών, και κυρίως το πιο ριζοσπαστικό και «πολιτικοποιημένο» κομμάτι τους,  βρίσκονται δυστυχώς σε ολοκληρωτική κρίση, βαθύτερη από αυτήν  της κοινωνίας από την οποία βγαίνουν. Κι αυτό γιατί δεν το καταλαβαίνουν. Ανήκουν σε εκείνο το κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, (που δεν είναι και μικρό βέβαια), που εξακολουθεί να κινείται προς την ίδια κατεύθυνση λόγω αδράνειας. Που δεν έχει καταλάβει ότι κάτι αλλάζει, που αισθάνεται καλά μέσα στα στεγανά του, που «δεν θέλει άλλους ρε παιδί μου»…

Μπλέκω τα γεγονότα με την ανάλυση αλλά δε χάλασε κι ο κόσμος. Ο Πουλικάκος κουβαλάει την αυθεντικότητα ενός ανθρώπου που δεν βουτήχτηκε στα σκατά της γενιάς του, που κρατήθηκε σε ένα περιθώριο για να μπορέσει να διατηρήσει την «καθαρότητα της ματιάς του», ή γιατί έτσι είναι ο άνθρωπος τέλος πάντων και δε γουστάρει τσιριτσάντζουλες. Ξέρω γω, για τους λόγους του. Βγήκε στη σκηνή να παίξει και είπε «στο λαό της Κερατέας έχω να πω αυτό που είπε ο Καραϊσκάκης, άμα ζήσω θα τους γαμήσω, άμα πεθάνω … κλπ». Υπερβολικό ή όχι, η απάντηση από τις «εκλεκτικές συγγένειες» ήταν γιούχα, «ωραία ωραία που καίγεται η σημαία» και «φασίστες κουφάλες έρχονται κρεμάλες». Ε, από κει και πέρα η εξέγερση βάρεσε κόκκινο. Φρέσκοι «Καλλιτέχνες» εσοδείας Δεκέμβρη είπαν αυτάρεσκα τραγουδάκια για το πόσο μισούν τους μπάτσους και τους φασίστες (που ως γνωστόν ευθύνονται για το μνημόνιο, τον Καλλικράτη, το ΧΥΤΑ και γενικά για όλα) και οι Deus Ex Machina βγήκαν με full face, γιατί είναι και πολύ αντάρτες, ενώ οι από κάτω χτυπιόντουσταν με φωτοβολίδες. Θα μου πείς έχεις κανένα πρόβλημα με τους Deus Ex Machina; Όχι δεν έχω. Κι εγώ punk άκουγα μεγαλώνοντας. Κι εγώ έχω παίξει ξύλο με το inside στο Αν, στο βιολογικό στη Θεσσαλονίκη, ή στο λόφο του Στρέφη. Αλλά συγνώμη από τους κυρίους φωστήρες του art resistance,  η ιδέα τους περί αλληλεγγύης είναι να πηγαίνεις  στην Κερατέα με την μητροπολιτάνικη στολή σου και να κάνεις τον μπαμπουίνο διώχνοντας τους ντόπιους από τη γιορτή; Κι εκεί που ένας φίλος μου έλεγε αν ήμουνα από δω κι έβλεπα αυτό το τουρλουμπούκι θα έλεγα 1000 φορές ΧΥΤΑ, κι εγώ σκεφτόμουνα για όλους «μην εξεγείρεσαι τόσο πολύ στην Κερατέα ρε μεγάλε, κατούρα και λίγο» ακούω έκπληκτος μια εξεγερμένη καλλιτέχνιδα να διαβάζει την παρακάτω ανακοίνωση, που αναρτήθηκε κι εδώ :

Η Art Resistance , όπως επανειλημμένα έχει τονισθεί , είναι μία πρωτοβουλία καλλιτεχνών που συγκροτήθηκε αυθόρμητα με σκοπό την αλληλεγγύη στον αγώνα των κατοίκων της Κερατέας ενάντια στον ΧΥΤΑ Οβριοκάστρου.
Απόρροια των συνελεύσεων της ομάδα ήταν η δημιουργία, η διοργάνωση ενός τριημέρου Φεστιβάλ Πολιτισμού κι Αντίστασης στην Κερατέα, πάνω στα μπλόκα, με τη συμμετοχή καλλιτεχνών που ήρθαν με ανοιχτό κάλεσμα. Οι αρχές στις οποίες συμφωνήσαμε να δράσουμε είναι η αυτοοργάνωση και ο ακηδεμόνευτος πολιτικός χαρακτήρας (λαϊκιστί χωρίς καπέλωμα).
Η Art Resistance συμφώνησε από κοινού με τη Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα κατά του ΧΥΤΑ Κερατέας, που αγκάλιασε το εγχείρημα, ότι ακριβώς αυτό το χαρακτήρα θα έχειι το Φεστιβάλ.
Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι εκτός διοργάνωσης και σύμφωνα με πληροφορίες μας η δημοτική αρχή Λαυρεωτικής, η οποία δεν εμπλέκεται στη διοργάνωση του Φεστιβάλ, προχώρησε στην πρόσκληση – πολιτική ομιλία του ιδρυτή του κινήματος ΣΠΙΘΑ Μίκη Θεοδωράκη.
Εμείς σαν ART RESISTANCE διαφωνούμε κάθετα και διαχωρίζουμε τη θέση μας και δηλώνουμε ότι, ενώ η συνείδηση μας μας υπαγορεύει να διακόψουμε το Φεστιβάλ και να αποσύρουμε τα έργα μας, εμείς αποφασίσαμε ότι δεν θα αφήσουμε καμμία προβοκάτσια ή πολιτική σκοπιμότητα να διασπάσει όλη αυτή την πρωτοφανή συσπείρωση προερχόμενων από διαφορετικές καλλιτεχνικές και πολιτικές κατευθύνσεις δημιουργών, για ένα κοινό σκοπό, που είναι η δικαίωση του αγώνα των κατοίκων της Κερατέας.
ART RESISTANCE

 

Είναι απόλυτα κατανοητό το ότι ο χώρος που κινούνται οι κατά τα άλλα ακηδεμόνευτες  εξτραβαγκάντzες της art resistance, δεν έχει σχέσεις με το Θοδωράκη και τη ΣΠΙΘΑ, αντίθετα μισεί και αυτόν και την κίνηση που ξεκίνησε με πρωτοβουλία του. Γιατί η ΣΠΙΘΑ δε λέει «μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι», αλλά «όχι στο μνημόνιο». Δε λέει «ενότητα της Αριστεράς», αλλά «ενότητα». Γιατί μπλέκει την κοινωνική χειραφέτηση με την εθνική ανεξαρτησία και αυτό δεν δένει με τις συλλογικές αφηγήσεις με τις οποίες γαλουθήκε ο χώρος τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Είναι κατανοητό και αναμενόμενο για κάποιον που καταλαβαίνει την κρίση στην οποία βρίσκεται αυτός ο χώρος.

Αυτό που δεν είναι κατανοητό, είναι το ότι λίγο πριν την ανακοίνωση στη σκηνή είχε βγει ο Πισσίας, και καλά έκανε, με το διεθνές πλήρωμα του Στόλου της Ελευθερίας ΙΙ για να προπαγανδίσει το εγχείρημά τους. Εκεί οι εκλεκτικές συγγένειες δεν κράζανε, αλλά φωνάζανε…νίκη στην Ιντιφάντα. Δεν είναι κατανοητό το ότι οι διοργανωτές βγάλαν σπυριά επειδή ο Θοδωράκης πήγε στα μπλόκα το Σάββατο το πρωί, καλεσμένος του ίδιου του συντονιστικού των κατοίκων, χωρίς να χρησιμοποιήσει χώρο του φεστιβάλ. Φυσικά η ανακοίνωση δεν λέει γιατί οι διοργανωτές «διαχωρίζουν τη θέση τους» (τί να πουν άλλωστε, όποιος κατάλαβε κατάλαβε), αλλά αφήνει να εννοηθεί ότι το πρόβλημά τους, τουλάχιστον στα χαρτιά είναι ότι δεν ανέχονται προσπάθειες…καπελώματος του φεστιβάλ από πολιτικές δυνάμεις (ή τουλάχιστον από πολιτικές δυνάμεις που δεν γουστάρουν οι ίδιοι), διότι ο «ακηδεμόνευτος» και «ακαπέλωτος» χαρακτήρας του πρέπει να διαφυλλαχθεί. Αλλά τότε γιατί ανέχονται τα δεκάδες τραπεζάκια πολιτικών οργανώσεων στο χώρο του φεστιβάλ; Τις κόκκινες και τις μαυρικόκκινες; Όλη η εξωκοινοβουλευτική αριστερά που έστησε πάγκους μέσα στο φεστιβάλ, δεν καρπώνεται από αυτό; Ο θοδωράκης καπελώνει, που πήγε να μιλήσει, ή οι ίδιοι οι διοργανωτές καπελώνουν με το χυδαιότερο τρόπο όταν ορίζουν ποιοι δικαιούνται να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους  στο λαό της Κερατέας και ποιοι όχι;

Τέλος, αυτό που δεν είναι κατανοητό είναι το τί συμβαίνει μέσα στα μυαλά αυτών των γιγάντων της καλλιτεχνικής δημιουργίας των οποίων η συνείδηση τους υπαγορεύει να ακυρώσουν το φεστιβάλ και να…αποσύρουν τα έργα τους (!!!) επειδή πήγε ο Θοδωράκης στην Κερατέα. Όχι ρε παιδιά σας παρακαλούμε, μην μας το κάνετε αυτό! Μην αποσύρετε τα έργα σας ρε παιδιά, τι  θα κάνουμε χωρίς την τέχνη σας; Είστε τρομεροί που μας κάνετε να τη χάρη να εκθέσετε τις φοβερές δημιουργίες σας, που κουβαλάνε όλο τον πρωτοπόρο συμβολισμό και τη μεγαλειώδη εμπειρία της εξεγερμένης λυρικής του Δεκέμβρη, στα απαίδευτα μάτια τα δικά μας και των κερατιωτών! Ντάξει τώρα, μπέρδεμα έγινε, και σας καταλαβαίνω ότι η επαναστατημένη σας συνείδηση δεν μπορεί να αντέξει να εκτίθενται τα έργα σας εκεί που πάει να μιλήσει κάποιος  για πατρίδα και Ελλάδα. Τί κι αν έκανε ιστορία μαζί με τη γενιά του, και μετά την ιστορία την έκανε  μουσική  μέσα από τη φυλακή; Αφού  μιλάει για τη χώρα του ρε, είναι  φασίστας! χαζά θα λέμε τώρα; Εσείς είστε η ελπίδα ρε! Εσείς οι νέοι καλλιτέχνες, που είστε  «νέοι» μόνο στην ηλικία. Στην πράξη είστε φτασμένοι δημιουργοί ρε, αφού τη νοοτροπία της ντίβας που θα αποσύρει τα έργα της λόγω…συνείδησης την παίζετε στα δάχτυλα!  Εσάς χρειαζεται η χώρα μας ρε! (ουπς σόρι), εσάς χρειάζεται ο χώρος μας ρε!

Σοβαρεύομαι. Ο κοινωνικός χαρακτήρας της τέχνης, έλεγε ένας κάποτε, είναι να ψυχανεμίζεται και να λέει με τη συμβολική της γλώσσα αυτά που ο λόγος δεν μπορεί ακόμη να αποκρυσταλώσει. Η τέχνη είναι μαμή σα να λέμε. Ξεγεννάει μέσα από τις κοινωνικές διεργασίες,  και κάνει κτήμα όλων αυτό που  δεν μπορεί ακόμη να ειπωθεί. Αν το κοινωνικό είναι εξ’ορισμού θετικά προσημασμένο, η τέχνη είναι εξ’ορισμού θετική πρωτοπορία. Η τέχνη είναι αντίσταση  όταν αντιλαμβάνεται τις κοινωνικές αρρώστιες και επιτίθεται σ’αυτές με όλους, για όλους. Η  τέχνη σε κρίση δεν είναι τέχνη, είναι μονάχα κομμάτι της κρίσης.

Λευτεριά στους «καλλιτέχνες» και αλληλεγγύη στους «αλληλέγγυους» (θα τους χρειαστεί όταν θα αρχίσουν σιγά σιγά να συνέρχονται…)

5 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Μαρία Μπέικου

Δύο πρόσφατες συνεντεύξεις της Μαρίας Μπέικου, που έφυγε από τη ζωή την προηγούμενη Πέμπτη 24-3. Χωρίς άλλα σχόλια…

Συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη, εφ. ΑΥΓΗ 05/12/2010

Ανέβηκε στο βουνό στα 18 της. Πολέμησε στον ΕΛΑΣ για να διώξει τον εχθρό από την πατρίδα. Έξι μήνες έζησε ως παντρεμένη με τον Γεωργούλα Μπέικο. Εκείνος φυλακή εκείνη ξανά στο βουνό με τον Δημοκρατικό Στρατό, αμυνόμενη. Και μετά στον δρόμο της προσφυγιάς. Βρέθηκε μόνη στην Τασκένδη και μετά στη Μόσχα. «Εδώ Μόσχα», εκφωνήτρια στον Ραδιοφωνικό σταθμό της Μόσχας, ήταν η φωνή της που συνέδεε την καρδιά της Σοβιετικής Ένωσης με τους Έλληνες αριστερούς. Ήταν όμως και η μαθητεία της στο Ινστιτούτο Κινηματογραφίας, η φιλία της με τον Αντρέι Ταρκόφσκι, η μοναξιά της, το σμίξιμό της μετά από χρόνια με τον άντρα της.

Είκοσι επτά χρόνια χωρίς ιθαγένεια. Επιστρέφει στην Ελλάδα με την τέφρα του Γεωργούλα σαν την Ηλέκτρα. Και γίνεται η «μεταφράστρια» που συνδέει τα μεγάλα καλλιτεχνικά γεγονότα της ΕΣΣΔ που παρουσιάζονται στη χώρα μας. Μια ζωή σαν μυθιστόρημα. Η Μαρία Μπέικου θυμήθηκε τη διαδρομή της και με τη βοήθεια της ιστορικού Τασούλας Βερβενιώτη, κατέγραψε τη βιογραφία της. «Αφού με ρωτάτε, να θυμηθώ… (εκδ. Καστανιώτης). Ο λόγος της ευθύς ξεδιπλώνει στην κουβέντα μας το τρομερό παρελθόν. Χωρίς πάθος, χωρίς μελοδραματισμό. Η μόνη φορά που τα δάκρυα κυλούν από τα μάτια της είναι όταν μιλά για την πατρίδα. «Είναι ένα διαμάντι, ας την παρουμε στα χέρια μας κι ας την αλλάξουμε».

Είναι δύσκολο να θυμάσαι;

Είναι δύσκολο γιατί όταν θυμάσαι, με πολλά πράγματα δε συμφωνείς πια και σκέφτεσαι ότι δεν έπρεπε τότε να τα κάνεις. Όμως αυτό ερχόταν σε αντιπαράθεση πάντα με αυτά που πίστευες αλλά και με την καθοδήγηση του κόμματος. Εμείς εδώ στη Νότιο Ελλάδα ειδικά στη Ρούμελη παρά τις δυσκολίες που είχαμε συζητούσαμε τα προβλήματα και εξετάζαμε πάρα πολλές φορές τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η κάθε μάχη ή η κάθε ενέργεια. Όλα έπρεπε να είναι μελετημένα. Αν δεν είχαμε τον Διαμαντή δεν θα υπήρχαμε

Υπάρχουν άλλα τέτοια πρόσωπα που σας καθόρισαν;

Τον Τάσο τον Λευτεριά, το πραγματικό του όνομα ήταν Βαγγέλης Παπαδάκης, τον κρατώ στη μνήμη μου, καθώς και τη γυναίκα του τη Ναυσικά με την οποία γίναμε πολύ φίλες. Εκείνη ήταν και από πριν φίλη του Γεωργούλα, έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στον ΕΛΑΣ. Ήταν από πολύ ευκατάστατη οικογένεια από το Μικρό Χωριό, και η μόνη που παντρεύτηκε στον ΕΛΑΣ με σύντροφο, παρ’ ότι μεταξύ μας το απαγορεύαμε. Είχε τελειώσει τις Καλόγριες στην Αθήνα και σκέφτηκε να κάνει παιδικούς και βρεφικούς σταθμούς στα χωριά. Ήταν η εποχή που η γυναίκα αναγνωρίστηκε ως άνθρωπος που θα μπορούσε να λάβει μέρος σε διάφορες δράσεις της κοινότητας. Απέκτησε οντότητα. Και η Ναυσικά με ένα μουλαράκι γυρνούσε τα χωριά και δημιουργούσε παιδικούς και βρεφικούς σταθμούς και οργάνωνε συσσίτια. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τα χωριά της Ελλάδας. Κι αυτό στη διάρκεια της κατοχής, αυτό έχει σημασία.

Φαντάζομαι αφήσατε πολλά έξω από τη βιογραφία σας. Τι θέλετε να ξεχνάτε από εκείνη την περίοδο;

Από την κατοχή τίποτα. Θα ήθελα να ξεχάσω αυτό που έγινε με τη Φρύνη. Στη διμοιρία των γυναικών που ανήκε στον λόχο διοίκησης της 13ης Μεραρχίας, είχαμε δώσει μεταξύ μας μια υπόσχεση, ότι δεν θα δημιουργηθεί κανένας δεσμός και κανένα αίσθημα μέχρι να ελευθερωθούμε. Κάποια στιγμή ήρθαν δύο κοπέλες από το Μεσολόγγι, η μία η Λιακατά ήταν πλούσια και η άλλη ήταν η Φρύνη Πόλου. Ήταν Φρύνη πραγματική, λες και βγήκε από τη θάλασσα, τόσο όμορφη κοπέλα. Καλώς ή κακώς πάρθηκε μια απόφαση από τη μεραρχία ότι η Φρύνη καλό είναι να φύγει από τη διμοιρία και να πάει να δουλέψει στις οργανώσεις. Εγώ σαν πολιτικός επίτροπος έπρεπε να εκτελέσω τη διαταγή για να φύγει η Φρύνη. Της κόστισε πάρα πολύ, δεν μου έδινε το όπλο της, την αφόπλισα. Αυτό θυμάμαι και πιάνει σύγκρυο.

«Η απόφαση να πάω στον ΕΛΑΣ ήταν επίθεση, στον Δημοκρατικό Στρατό ήταν άμυνα» γράφετε. Τι εννοείτε;

Στον ΕΛΑΣ η επιθυμία μου ήταν να παλέψω για να φύγει ο εχθρός από τη χώρα μου, κι αυτό ήθελα να το κάνω με κάθε τρόπο. Βιώνοντας την κατάσταση της κατοχής στην Αθήνα με τα πρησμένα παιδάκια, τους θανάτους την πείνα και τη δυστυχία, ήθελα να παλέψω τον εχθρό με το όπλο στο χέρι. Εδώ ήταν επίθεση. Ύστερα απ’ αυτά που ακολούθησαν μετά την απελευθέρωση αντί εμείς που ήμασταν νικητές να δούμε την πατρίδα μας όπως την ονειρευτήκαμε και παλέψαμε αντίθετα βρεθήκαμε κυνηγημένοι κι εγώ προσωπικά με τον άντρα μου στη φυλακή και τον αδελφό μου εξορία, κινδύνευα από στιγμή σε στιγμή να με συλλάβουν. Γι’ αυτό ύστερα και από την επιμονή του Γεωργούλα και του αδελφού μου, και με φυματίωση και στους δύο πνεύμονες, υποχρεώθηκα να βγω στο βουνό. Για να αμυνθώ. Για μένα είναι πολύ καθαρά τα πράγματα την πρώτη φορά ήταν επίθεση τη δεύτερη άμυνα.

Το κόμμα τότε πιστεύατε ότι είναι η μοναδική αλήθεια. Σήμερα μετανιώνετε γι’ αυτή σας την πεποίθηση; Πιστεύετε ότι σας οδήγησε σε λάθος επιλογές;

Επειδή ήμασταν συλλογικότητα δεν ήμασταν μονάδες, πιστεύαμε όλοι ότι το κόμμα ξέρει την αλήθεια και ξέρει τι κάνει. Γι’ αυτό πειθαρχούσαμε σε όλα. Συλλογικά και βέβαια μας οδήγησε σε λάθη και λανθασμένες επιλογές, ατομικά είναι δύσκολο να το πεις”.

Στη βιογραφία σας μας δείχνετε τον εμφύλιο από την πλευρά του Δημοκρατικού Στρατού. Έναν πόλεμο χωρίς ακρότητες και αγριότητες, έναν πόλεμο θυμάτων. Οι αριστεροί δε σκότωναν, δεν έκαναν αγριότητες, δεν έκαναν λάθη πάνω στο βουνό;

“Και να γίνονταν δεν τα παίρναμε είδηση. Από την άλλη όταν μας έλεγαν ότι κάποιος έκανε εκείνο και έπρεπε να σκοτωθεί εμείς δεν είχαμε φωνή, ήμασταν στρατιώτες. Όπως υπακούεις σε όλες τις διαταγές υπακούεις και σ’ αυτή. Έγιναν λάθη στο βουνό, λάθη απέραντα.

Τον Άρη επίσης, τον αναφέρετε μόνο για τις θέσεις του απέναντι στις ερωτικές σχέσεις ανάμεσα στους συντρόφους. Πώς ήταν αλήθεια ο Άρης, πώς τον θυμάστε;

Εμείς τον Αρη τον βλέπαμε σαν ήρωα. Γιατί ξέραμε ότι από εκείνον ξεκίνησε η επίθεση κατά των Γερμανών και δημιουργήθηκε ο ΕΛΑΣ. Για μένα ο ΕΛΑΣ ήταν ένας από τους καλύτερους στρατούς αντίστασης. Εμείς απελευθερωθήκαμε μόνοι μας. Ο Άρης ήταν η κεφαλή.

Μετά τη δολοφονία του τι λέγατε μεταξύ σας;

Δε λέγαμε τίποτα. Πονέσαμε πάρα πολύ, αλλά αυτόν τον πόνο τον περάσαμε σιωπηλά μέσα μας. Δεν μπορούσαμε να εκφράσουμε τον πόνο που νιώσαμε.

Είχατε έναν άντρα στη φυλακή κι εσείς αντάρτισσα στη 2η Μεραρχία του Δ. Σ. Τι είσαστε τελικά στο βουνό, η Μαρία Φέρλα η καπετάνισσα ή η Μαρία Μπέικου η γυναίκα του Γεωργούλα;

Η Μαρία η καπετάνισσα.

Σκοτώσατε ποτέ;

Δεν μπορείς να πεις ότι σκότωσες. Όταν έχεις κάποιον απέναντί σου που σε σημαδεύει, σημαδεύεις κι εσύ. Εδώ να ξεχωρίσουμε λίγο τον ΕΛΑΣ από τη Δ.Σ. Στο Δ.Σ τα πράγματα ήταν πολύ πονεμένα γιατί απέναντί σου δεν ήξερες ποιόν έχεις. Και αναφέρομαι στο βιβλίο του Ρένου Αποστολίδη Πυραμίδα 67 που μου το έστειλε ο γιος του σημειώνοντας το σημείο που συμπίπτει μ’ αυτά που έλεγα σε μια συνέντευξή μου. Ότι δηλαδή εμείς τότε δεν ξέραμε αν υπάρχει Τσιτσάνης, αν υπάρχουν καινούργια τραγούδια. Οι σκοπιές των δύο στρατών, ήταν τόσο κοντά και όταν τραγουδούσαν οι στρατιώτες του εθνικού στρατού εμείς τα πρωτακούγαμε αυτά τα τραγούδια, τα μαθαίναμε και κλαίγαμε. Ιδίως το Κάποια Μάνα αναστενάζει» του Τσιτσάνη. Πολλές φορές τα τραγουδούσαμε μαζί. Υπήρχαν περιπτώσεις που ανταμώναμε οι εμπροσθοφυλακές και έτσι ταλαιπωρημένοι όπως ήμασταν με τις ολοήμερες μάχες γινόταν μεταξύ μας μια συνεννόηση εκεχειρίας

Τελικά ήταν ένα λάθος ο εμφύλιος;

Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Δεν είναι θέμα σωστού ή λάθους, δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Για μένα ο ΕΛΑΣ ήταν επίθεση ενάντια στον εχθρό που εισέβαλε σπίτι μου. Ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν άμυνα, δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Οι φυλακές, γεμάτες, οι εξορίες, γεμάτες, ο άντρας μου στο κελί των μελλοθανάτων έξι μήνες. Τι να κάναμε;.

Θα ήθελα να ρωτήσω για τη μοναξιά. Στο βουνό, στην Τασκένδη, στη Μόσχα.

Στο βουνό δεν είχα χρόνο να νιώθω μοναξιά. Μπορώ να πω και στην Τασκένδη, εκτός από τις Κυριακές που οι κοπέλες σκορπίζανε στις άλλες πολιτείες για να δουν τους δικούς τους, κι εγώ έμενα μόνη μου. Είχα την ευκαιρία να κλάψω την Κυριακή, μόνο την Κυριακή. Κοντά στην πολιτεία περνούσε ένας παραπόταμος, υπήρχε μια κλαίουσα ιτιά όπου καθόμουν από κάτω κι έκλαιγα. Εκείνη την περίοδο ήταν ο Λουλές, ο Βενετσανόπουλος, ο Φλωράκης στελέχη εκεί. Ερχόταν ο Λουλές και με παρηγορούσε, μ’ έπαιρνε σε μια αίθουσα που είχαμε να πιούμε τσάι και να ακούσουμε μουσική, να βάλουμε δηλαδή το γραμμόφωνο που μας είχαν δώσει οι Σοβιετικοί μαζί με διάφορα μουσικά όργανα. Να σας πω την αλήθεια, αυτά τα σοβιετικά πατριωτικά τραγούδια που ακούγαμε τότε με τον Λουλέ, τον Βενετσανόπουλο, τον Φλωράκη στο γραμμόφωνο δεν θέλω πια να τα ακούω. Η Μόσχα ήταν διαφορετική βέβαια.

Κατάφερα, βέβαια, να πραγματοποιηθεί το όνειρό μου να φοιτήσω στο Ινστιτούτο Κινηματογραφίας της Σοβιετικής Ένωσης να έχω δάσκαλο έναν από τους μεγαλύτερους σοβιετικούς σκηνοθέτες τον Μιχαήλ Ρομ και να αναπτύξω μια απέραντη φιλία με την Ιρμα Ράους μετέπειτα Ιρα Ταρκόφσκαγια και φυσικά με τον Αντρέι. Η μοναξιά όμως ήταν άγρια. Παρ’ ότι οι φιλίες ήταν πολλές και καλές, έρχονταν στιγμές που δεν ήθελα άλλο να ζω. Πέρασα Πρωτοχρονιές ολομόναχη ακούγοντας το 1ο κοντσέρτο του Τσαϊκόφσκι, όχι γιατί δεν είχα φίλους αλλά γιατί μόνη μου εγώ, ζευγάρια εκείνοι, δεν μπορούσα να είμαι μαζί τους. Αν και τώρα ομολογώ ντρέπομαι γι’ αυτό. Όταν μετέπειτα πλήθυναν οι Έλληνες στη Μόσχα, ήρθαν η Άλκη και ο Γιώργος Σεβαστήκογλου, ο Μάνος Ζαχαρίας, ο Δημήτρης Σπάθης, ο Γιάννης Μότσος, ο Απόστολος Μουσούρης, άλλαξαν τα πράγματα. Μέχρι που αποφυλακίστηκε ο Γεωργούλας όλοι αυτοί πέρασαν από το σπίτι. Όταν απελευθερώθηκε ο Γεωργούλας και ήρθε στη Μόσχα όλα άλλαξαν.

Έχετε ζήσει σε δυο πατρίδες, Ελλάδα και ΕΣΣΔ. Τι είναι τελικά η πατρίδα;

Το παν. Δεν ξέρω πώς να αναλύσω τη λέξη πατρίδα, δεν ξέρω πώς νιώθουν οι άλλοι που ζουν μακριά με την προοπτική να μην ξαναδούν την πατρίδα. Για μένα δεν υπήρχε πιο οδυνηρό πράγμα. Ακόμη κι όταν ανταμώσαμε με τον Γεωργούλα και δεν ήμουν πια μόνη το όνειρό μου ήταν η Ελλάδα. Πάντα κουβαλούσα μαζί μου, από τον Δημοκρατικό Στρατό ακόμα, διπλωμένο στο βιβλιάριο Αξιωματικού είχα πάντα μαζί μου το ποίημα του Παλαμά Οι Πατέρες: Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις, / όπως το βρεις κι όπως το δεις να μην το παρατήσεις.

Ο Πωλ Ελυάρ έγραψε στο Ατομικό σας Βιβλιάριο Αξιωματικού: Στη Μαρία που πρόσφερε την ομορφιά της στους δρόμους του πολέμου. Σήμερα θα ξαναπροσφέρατε την ομορφιά σας στους δρόμους του πολέμου; Αν ήταν θα ξαναβγαίνατε στο βουνό;

Πρώτον δεν είμαι όπως ήμουν τότε, όταν αντάμωσα τον μεγάλο αυτό ποιητή, που δεν ήξερα καν ότι υπήρχε. Το μόνο που μου έκανε εντύπωση ήταν το τρίχρωμο στυλό με το οποίο μου έγραψε αυτή τη φράση και τα τρία του χρώματα διατηρούνται ακόμα στο βιβλιάριό μου αναλλοίωτα. Μου φαίνεται ότι ο πρώτος στίχος που λέει ο Παλαμάς τα λέει όλα. Τι είναι πατρίδα; Ας πάρουμε επιτέλους αυτή τη χώρα, που είναι ένα διαμάντι, στα χέρια μας και ας την αλλάξουμε.

Μπορούμε;

«Αν θέλουμε μπορούμε. Πώς θελήσαμε στην αντίσταση; Πώς ενωθήκαμε σαν μια γροθιά τότε».

Σήμερα σε τι θα αντιστεκόσαστε;

«Στην κακοήθεια και σ’ αυτούς που κοιτάζουν μόνο τον εαυτό τους, σ’ αυτούς που κλέβουν και ζουν σε βάρος άλλων και σε τελευταία ανάλυση θα αγωνιζόμουν για το πεζοδρόμιο. Επιτέλους να μην κοιτάμε κάτω όταν περπατάμε αλλά να κοιτάμε μπροστά».

Tι θα ευχόσασταν σήμερα στα νέα παιδιά;

«Να μάθουν καλά την ιστορία της χώρας μας και να αντιστέκονται».

Συνέντευξη στην Έφη Μαρίνου, ΚυριακάτικηΕλευθεροτυπία / 7, 10-5- 2009

Στην παράσταση του Θ. Τερζόπουλου εκπροσωπείτε το κομμουνιστικό κατεστημένο το οποίο ζήσατε. Πιστεύετε πραγματικά ότι, εάν οι αριστεροί δεν απείχαν στις εκλογές του ’46, θα είχε αποφευχθεί ο Εμφύλιος;

Διαβάζοντας ως θεατρικός ρόλος την εντολή του κόμματος ακούω και τα λάθη της. Ηταν λάθος η αποχή από τις εκλογές, η γραμμή της καθοδήγησης και οι παρεμβάσεις απ’ έξω. Ομως, ο Εμφύλιος ήταν για τους κομμουνιστές άμυνα. Ή θα στεκόμασταν να φυλακιστούμε και να εκτελεστούμε ή θα φεύγαμε στο βουνό. Επέλεξα το δεύτερο γιατί ο κλοιός γύρω μου είχε κλείσει. Ο αδελφός μου ήταν στην φυλακή, το ίδιο και ο άντρας μου. Θα μ’ έπιαναν και με συνοπτικές διαδικασίες θα με εκτελούσαν.

Η πρώτη σας έξοδος στο βουνό, ως αντάρτισα, έγινε στον ΕΛΑΣ;

Οργανώθηκα στην Κατοχή πρώτα στην Αλληλεγγύη και μετά στην ΕΠΟΝ. Γύρισα όλα τα χωριά της Β. Εύβοιας, στρατολογώντας κόσμο στην Αντίσταση. Ηρθα στην Αθήνα για σπουδές. Στο πρώτο έτος Ιατρικής οργανώθηκα με σύνδεσμο τον Λεωνίδα Κύρκο. Συνέλαβαν τότε τον αδελφό μου. Ηρθαν οι γονείς μου και πληρώνοντας ό,τι είχαν και δεν είχαν κατάφεραν να τον αποφυλακίσουν. Μας έβαλαν, όμως, όρο: τέρμα οι σπουδές, γυρνάτε σπίτι. Από την οργάνωση μου είχαν πει να δουλέψω στην Εύβοια, αλλά εγώ δεν μπορούσα να ησυχάσω. Ηθελα να πολεμήσω. Ηξερα ότι στο Καρπενήσι είχε αρχίσει η κατάταξη γυναικών στην 13η Μεραρχία. Πλαστογράφησα την υπογραφή των γονιών μου -το κόμμα ζητούσε τη συγκατάθεσή τους- και με μια δικαιολογία έφυγα απ’ το σπίτι. Βρέθηκα με το Μάουζερ στο βουνό να πολεμώ τους Γερμανούς.

Δύο φορές κόψατε την κοτσίδα σας…

Στον ΕΛΑΣ και στον Δ.Σ. Δεν μ’ ένοιαξε καθόλου. Ισα-ίσα έτσι κόκκινα που ήταν τα μαλλιά μου με είχαν δακτυλοδεικτούμενη, δεν μπορούσα να ξεμυτίσω. Είπα στους συντρόφους μου αν σκοτωθώ να τα στείλουν στη μητέρα μου…

Τα Δεκεμβριανά πού σας βρήκαν;

Πήραμε διαταγή να κατεβούμε από τη Λαμία στην Αθήνα γιατί είχαν αρχίσει οι μάχες. Κι ενώ ήμασταν “νικητές” δεν βρέθηκαν τρία, τέσσερα καμιόνια να μας μεταφέρουν. Με τα πόδια φτάσαμε στη Χασιά- άλλο να περπατάς στο βουνό με τις αρβύλες κι άλλο στην άσφαλτο… Η δική μου διμοιρία παρέμεινε στη Χασιά ως το τελευταίο φυλάκιο του Γενικού Αρχηγείου. Μετά τα Δεκεμβριανά βρεθήκαμε στη Λαμία όπου, κατά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, έπρεπε να παραδώσουμε τον οπλισμό μας. Το κάναμε με κλάματα. Ξέραμε ότι τώρα αρχίζουν όλα: διωγμοί, φυλακίσεις, εκτελέσεις, βιασμοί. Μια κατάσταση τραγική.

Εν τω μεταξύ είχατε παντρευτεί.

Το Νοέμβριο του ’45 παντρεύτηκα τον Γεωργούλα. Γνωριστήκαμε στον ΕΛΑΣ και το Μάουζερ που κρατούσα ήταν δώρο δικό του. Ενιωσα το πρώτο ερωτικό σκίρτημα όταν ο κατοπινός συζυγός μου μού πρόσφερε ένα όπλο! Ο ρομαντισμός είχε συνδεθεί και με τη στρατιωτική πειθαρχία. Είχαμε δώσει λόγο τιμής να ολοκληρώσουμε τη σχέση όταν απελευθερωθούμε. Αυτό που μας έκαιγε την καρδιά ήταν η νίκη: να διώξουμε το μισητό εχθρό και ν’ αλλάξουμε τον κόσμο.

Ομως, δεν προλάβατε να χαρείτε το γάμο με τον άντρας σας…

Μείναμε μαζί μέχρι τον Απρίλιο του ’46 όπου τον έπιασαν. Κινδύνευα πια κάθε στιγμή. Ολοι μου έλεγαν, κυρίως ο άντρας μου, να φύγω απ’ την Αθήνα. Ζήτησα, μάταια, σύνδεσμο. Αυτό ήταν το διφορούμενο καθεστώς προεμφυλιακά: από τη μια το κόμμα ήταν τάχα νόμιμο κι από την άλλη κάθε μέρα οι παρακρατικοί σκότωναν. Οργάνωσα ξανά μόνη τη φυγή μου όπως και τότε στον ΕΛΑΣ. Τον Αύγουστο του ’47 πήγα στην Παρνασσίδα με διοικητή τον καπετάν Διαμαντή, διαμάντι πραγματικό. Οσοι μείναμε ζωντανοί σ’ αυτόν το χρωστάμε.

Σηκώνατε το όπλο, σημαδεύατε και πυροβολούσατε. Σκοτώσατε;

Δεν ξέρω. Οταν κρατάς όπλο… Αυτό που ξέρω είναι πόσο διαφορετικά ένιωθα όταν πολεμούσα στον ΕΛΑΣ. Τότε είχα απέναντί μου το Γερμανό, τον κατακτητή της πατρίδας μου και ήθελα να τον σκοτώσω. Στον δεύτερο γύρο είχα απέναντι τον αδελφό μου, έναν Ελληνα. Αν δεν κτυπούσα θα κτυπούσε εκείνος. Πώς ένιωθα σημαδεύοντας; Ενα συναίσθημα αποτροπιασμού για τον εαυτό μου ανακατεμένο με οργή από το αδιέξοδο που βίωνα.

Κι όμως εκείνος ο στρατός αποτελούσε τον καινούριο «εχθρό» που μετά την απελευθέρωση -για την οποία αγωνιστήκατε- σας έστελνε ξανά στις φυλακές και στις εκτελέσεις.

Οταν πια ο εθνικός στρατός κτυπούσε οργανωμένα με τις οδηγίες και την αρωγή των Αγγλοαμερικανών, πράγματι, τα συναισθήματα άλλαζαν. Δεν μας άφηναν σε χλωρό κλαδί. Στο Καρπενήσι μάς βομβάρδιζε ένα αεροπλάνο. Το ρίξαμε χτυπώντας το με ό,τι όπλο διαθέταμε. Βρήκαμε νεκρό τον συκυβερνήτη και πληγωμένο τον κυβερνήτη. Ηταν Αμερικανός. Το γεγονός αποτελούσε αδιάψευστη μαρτυρία για την παρέμβαση των ΗΠΑ -διατείνονταν ότι είναι ουδέτεροι- αλλά ένας αντάρτης από το μίσος του τον αποτελείωσε. Αυτή η ιστορία είχε συνέχεια.

Πριν από μερικά χρόνια με κάλεσαν σε συνάντηση “Εθνικών” και “Δημοκρατικών” στο Καρπενήσι. Εμαθα από τον ξενοδόχο ότι πριν από καιρό βρέθηκε στα μέρη ο γιος εκείνου του πιλότου που σκοτώσαμε αναζητώντας τον τάφο του πατέρα του. Ενιωσα πολύ άσχημα. Ομως ο ξενοδόχος βιάστηκε να συνεχίσει την ιστορία: “Μη στενοχωριέστε. Ικανοποιήθηκε που βρήκε τον τάφο και θεώρησε τον θάνατό του φυσιολογικό. Εμοιαζε να καταλαβαίνει ότι ο πατέρας του πολεμούσε σε μια ξένη χώρα αναίτια”. Αυτό με ανακούφισε.

Φτάσατε ποτέ κοντά στον θάνατο;

Επί τρεις μήνες κάναμε κάθε μέρα μάχη και τη νύχτα πορεία. Δεν ήξερες αν η επόμενη σφαίρα έφευγε για να βρει εσένα. Τυχαία έζησα… Ημασταν γυμνοί, πεινασμένοι, ψωριασμένοι. Τις περισσότερες μάχες τις κάναμε για να βρούμε τροφή και παπούτσια. Ο επιμελητής Κώστας Πεντεδέκας αν έβρισκε μια χούφτα αλεύρι την έκρυβε σε μια βουνοπλαγιά. Ενα κουτσό μουλαράκι κουβαλούσε τα καζάνια. Οταν φτάναμε στο σημείο που ήταν κρυμμένο το αλεύρι το μαγειρεύαμε και τρώγαμε.

Πολλές επιχειρήσεις μας προδίδονταν, όπως κάποια στην Αμφιλοχία. Είχαν ενεδρεύσει στα ριζά και μας περίμεναν. Οταν μπήκαμε είδα τη φωτοβολίδα υποχώρησης. Εριχναν από παντού. Πτώματα από τη μια κι από την άλλη. Στην αναγνώριση δύο εμπροσθοφυλακών, δική μας και του Εθνικού Στρατού, ο Διαμαντής συνεννοήθηκε μαζί τους να σταματήσουμε για μια νύχτα. Ετσι μας άφησαν να περάσουμε.

Υπήρχαν στιγμές που οι δυο στρατοί ξεχνούσαν το μίσος που τους χώριζε;

Μέσα στη δίνη, των αλληλοσκοτωμών, μοιραζόμαστε ανθρώπινες στιγμές. Πρωτοακούσαμε το τραγούδι του Τσιτσάνη “Κάποια μάνα αναστενάζει, το γιο της περιμένει” -εμείς ιδέα δεν είχαμε από μουσικές και τέτοια- όταν το τραγουδούσε απέναντί μας η σκοπιά των μπουραντάδων. Το μάθαμε απ’ αυτούς και φτάσαμε στο σημείο να το τραγουδάμε και να κλαίμε μαζί και χωριστά!

Ως υπεύθυνη της ΙΙ Μεραρχίας παραβρεθήκατε στην πρώτη Πανελλαδική Συνδιάσκεψη Γυναικών την άνοιξη του ’49 στο Βίτσι.

Ξεκινήσαμε από το Καρπενήσι τριάντα γυναίκες από τις μεραρχίες της νότιας επικράτειας. Φτάνοντας στο Βίτσι νιώσαμε ότι υπηρετούμε κάτι ανώτερο. Είχαν έρθει ξένες αντιπροσωπείες, όλα ήταν οργανωμένα, ο νέος σοσιαλιστικός κόσμος ανέτειλε… Σε μερικούς μήνες είχαμε ηττηθεί. Δεν κατέβηκα ξανά κάτω γιατί αρρώστησα. Τον Αύγουστο του 1949 έφυγα μαζί με χιλιάδες άλλους στην Αλβανία. Πρέπει να ομολογήσω ότι οι Αλβανοί, που είχαν περάσει τα πάνδεινα, μας πρόσφεραν από το υστέρημά τους.

Πώς βρεθήκατε στη Σοβιετική Ενωση;

Φύγαμε από το Δυρράχιο χωρίς να ξέρουμε πού πάμε… Πολλά μεγάλα φορτηγά καράβια φόρτωσαν σε αμπάρια χωριστά άντρες και γυναίκες. Ταξιδέψαμε ως… φορτία γιατί θα περνούσαμε τα Δαρδανέλια. Προορισμός ήταν η Τασκένδη στην ΕΣΣΔ. Δεν είχα ιδέα ότι ο άντρας μου ήταν καταδικασμένος δύο φορές σε θάνατο και ο αδελφός μου φυλακισμένος. Εκεί οργανωθήκαμε σε χιλιάδες καταλύματα. Εζησα το δράμα των γυναικών που επί μήνες ήταν σαν χαμένες. Αρνούνταν να σηκωθούν απ’ το κρεβάτι λέγοντας: “πάρτε μας πίσω, στην Ελλάδα”. Πέρασε καιρός και χρειάστηκε δουλειά μέχρι να συνηθίσουν, μέχρι να συνειδητοποιήσουν ότι εκεί πλέον θα είναι η ζωή τους. Μας έστειλαν να σπουδάσουμε. Εμένα σ’ ένα Ινστιτούτο με αντικείμενο τους υδροηλεκτρικούς σταθμούς γιατί “η Ελλάδα θα είχε ανάγκη από αυτή την ειδίκευση”… Το 1952 αναζητούσαν εκφωνήτρια στο ραδιοφωνικό σταθμό της Μόσχας. Και με διάλεξαν.

Εκεί ζήσατε άλλα κοσμοϊστορικά γεγονότα: Εκφωνήσατε κλαίγοντας την είδηση για το θάνατο του Στάλιν, την καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη και την εξορία του, το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, τη νέα περίοδο Χρουστσόφ. Πώς βιώνατε αυτή την καινούρια «σοσιαλιστική» πραγματικότητα;

Οταν είσαι μέσα σε μια κολεκτίβα δεν έχεις περιθώρια ούτε δράσης ούτε σκέψης δυστυχώς. Πειθαρχείς. Ο,τι λέει το κόμμα είναι σωστό. Επί Χρουστσόφ άνοιξαν οι ορίζοντες. Μέχρι τότε δεν μιλούσε κανείς για τίποτα. Βρισκόσουν με κάποιον, γελούσες, συζητούσες και δεν ήξερες ότι ο πατέρας του ήταν στα γκουλάγκ. Οταν ξεκίνησε η αποσταλινοποίηση μείναμε με το στόμα ανοιχτό. Φίλοι μας είχαν ανθρώπους χαμένους που τους έκλαιγαν κρυφά χωρίς να διανοούνται να ομολογήσουν τίποτα σε κανέναν. Ναι, εγώ ανακοίνωσα κλαίγοντας το θάνατο του Στάλιν. Εμεινα δύο νύχτες στο σταθμό γιατί η Μόσχα ήταν πολιορκούμενη από εκατομμύρια κόσμου που πενθούσε.

Τώρα που το θυμόσαστε τι σκέφτεστε;

Η συναισθηματική φόρτιση ήταν θηριώδης. Προείχαν όσα είχαμε πιστέψει και αγωνιστεί γι’ αυτά. Αλλά θα σας πω το εξής: Οταν αργότερα ήρθε στο Ινστιτούτο ο Γεφτουσένκο και ελεύθερα πια μας απήγγειλε, κλαίγαμε ξανά. Κι όταν άνοιξε η πρόσβαση στα έργα της ρωσικής αβανγκάρντ -απαγορευμένης μέχρι τότε- οι ουρές ήταν ατελείωτες, όπως και για τα έργα του Σολζενίτσιν.

Το σημερινό ΚΚΕ πώς σας φαίνεται;

Δεν ξέρω πια πώς να το χαρακτηρίσω. Αυτά μάλιστα που λέει τελευταία για τον Στάλιν μου φαίνονται σαν κωμωδία. Επέστρεψα από την ΕΣΣΔ το 1975. Δεν πρόλαβα ζωντανό τον άντρα μου και έκτοτε δεν με ενδιαφέρει τίποτα πια. Μου έμεινε μόνο μια βαθιά πικρία.

Μετανιώσατε για τους αγώνες σας;

Καθόλου κι αυτό γιατί δεν υπήρχε επιλογή. Μετά τη διάσπαση ο άντρας μου ακολούθησε το ΚΚΕ εσωτερικού. Μέσα σε μια νύχτα του αφαίρεσαν όλα τα προνόμια, μέχρι και τον τηλέτυπο. Πικράθηκα πολύ και απομακρύνθηκα. Νιώθω αριστερή. Ο Μαρξ επιστρέφει, θυμηθείτε το. Στη θεωρία του θα πατήσει το καινούριο που θα γεννηθεί για ν’ αλλάξει τον κόσμο προς το καλύτερο.

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Δομικές κρίσεις

Mια δική μου μετάφραση του άρθρου «Structural crises», του Immanuel  Wallerstein, που δημοσιεύτηκε στο New Left Review, του Απριλίου 2010.

Ο όρος “κρίση” έπαιξε κεντρικό ρόλο στους εθνικούς πολιτικούς διαλόγους κατά την δεκαετία του 1970, παρόλο που οι ορισμοί του παρουσίαζαν μεγάλες διαφορές. Προς το τέλος του αιώνα αντικαταστάθηκε από ένα άλλο, πιο αισιόδοξο όρο: “παγκοσμιοποίηση”. Από το 2008 ωστόσο, ο τόνος σκοτείνιασε πάλι και η έννοια της κρίσης αναδύθηκε ξανά απότομα. Όμως η χρήση του όρου παραμένει χαλαρή όσο πάντοτε. Τα ερωτήματα που αφορούν στον ορισμό της κρίσης και στην εξήγηση των αιτιών της έχουν έρθει και πάλι στο προσκήνιο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές του ’70, τόσο ο κύκλος της ηγεμονίας, όσο και αυτός της οικονομίας, του νεωτερικού κοσμοσυστήματος μπήκαν σε φάση παρακμής. Η περίοδος από το 1945 μέχρι το 1970 περίπου, περίοδος στην αποία οι Γάλλοι αναφέρονται χαρακτηριστικά ως “les trente glorieuses” (η χρυσή τριακονταετία), σηματοδότησε την κλιμάκωση της ηγεμονίας των ΗΠΑ και συνέπεσε Συνέχεια

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Μαθήματα από το Γουισκόνσιν

Την προηγούμενη εβδομάδα, το κέντρο του Μάντισον, μιας μικρής επαρχιακής πόλης και πρωτεύουσας της πολιτείας του Γουισκόνσιν στις ΗΠΑ, μετατράπηκε σε πεδίο μάχης για αρκετές μέρες. Αιτία, η πολιτική “εξυγείανσης” των δημόσιων ταμείων της πολιτείας του Γουισκόνσιν, που προωθεί ο πρόσφατα εκλεχθείς, ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης της, Σκοτ Γουόκερ. Με πρόσχημα τα τρομερά (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του) ελλείμματα στα δημόσια οικονομικά του Γουισκόνσιν, ο Γουόκερ κατέθεσε ένα νομοσχέδιο, που προβλέπει δραματικές μειώσεις στις δημόσιες δαπάνες και, φυσικά, σημαντική μείωση της φορολογίας των μεγάλων επιχειρήσεων. Ωστόσο, αυτό που πυροδότησε τις κινητοποιήσεις ήταν η επίθεση στα συνδικάτα του δημόσιου τομέα, για τα οποία το νομοσχέδιο προβλέπει κατάργηση των συλλογικών διαπραγματέυσεων.

Οι σχέσεις του κυβερνήτη του Γουισκόνσιν με το περίφημο Tea Party Συνέχεια

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Τί εννοείτε κύριε Μπουτάρη;

Από την εφημερίδα «ΔΡΟΜΟΣ της Αριστεράς» της Κυριακής 27 Φεβρουαρίου


Κατά τη συνάντησή του με το «εβραϊκό λόμπυ» ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης δήλωσε: «Θα κάνω τη Θεσσαλονίκη σαν τα Ιεροσόλυμα».
Η Θεσσαλονίκη σαν τα Ιεροσόλυμα; Τότε οι Ντόπιοι αλλά μη Εβραίοι κάτοικοι θα ζουν με άδειες παραμονής που θα ανανεώνονται (*) κάθε δύο χρόνια. Εκατοντάδες παιδιά θα μένουν εκτός σχολείου, γιατί δεν υπάρχουν αρκετά σχολεία για αυτά. Θα είναι πρακτικά αδύνατο να αποκτήσουν άδεια να χτίσουν. Θα κατεδαφίζονται τα σπίτια τους για ένα σχεδιασμό πόλης που θα εξυπηρετεί τον εβραϊκό πληθυσμό. Θα διώχνονται από τα σπίτια τους για να μπουν εβραίοι έποικοι.
Δεν είναι ταινία επιστημονικής φαντασίας, είναι η ισραηλινή κατοχή στα Ιεροσόλυμα.
Τα Ιεροσόλυμα είναι μέρος των κατεχόμενων παλαιστινιακών εδαφών. Ο κατακτητής αλλάζει κάθε μέρα τη φυσιογνωμία της πόλης, διαπράττει έγκλημα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Εβραιοποίηση το ονομάζουν οι Παλαιστίνιοι κάτοικοι της πόλης, που το πνεύμα τους και η ανάγκη τούς κάνουν να μην το βάζουν κάτω. Επιμένουν με αγώνες παρά την αμείλικτη καταστολή των ισραηλινών δυνάμεων κατοχής που φυλακίζουν ακόμα και παιδιά.
Η Θεσσαλονίκη σαν τα Ιεροσόλυμα, δηλαδή μια πόλη υπό κατοχή, όπου ο κατακτητής έχει κουρελιάσει το διεθνές δίκαιο; Αυτό που όρισε το 1947 ότι θα είναι μια διεθνής πόλη, που οι κάτοικοί της θα αποφασίσουν την τύχη της μετά από μερικά χρόνια. Και τους διεθνείς κανόνες, που ορίζουν ότι οι εβραϊκοί εποικισμοί που πνίγουν καθημερινά όλο και περισσότερο την Ιερουσαλήμ στο εσωτερικό και τα περίχωρά της, είναι παράνομοι.
Τι υποδομές σχεδιάζετε για τη Θεσσαλονίκη, κύριε Μπουτάρη; Κάτι όπως το τραμ του Απαρτχάιντ που θα συνδέει τα Ιεροσόλυμα με τους εποικισμούς της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης; Ξέρετε, ενάντια στις εταιρίες που συμμετέχουν στο έργο αυτό (Veolia και Alstom) υπάρχει διεθνής καμπάνια μποϋκοτάζ, η οποία έχει ήδη σημειώσει επιτυχίες. Γιατί οι αδικίες και όποιοι τις υποστηρίζουν βρίσκουν απάντηση κάποια στιγμή.
Μήπως ονειρεύεστε μια Θεσσαλονίκη περιτριγυρισμένη από Τείχος; Χιλιάδες ανθρώπους που γεννήθηκαν εκεί να ζουν σε προσφυγικούς καταυλισμούς ή να κατοικούν λίγα μέτρα μακριά και να απαγορεύεται καν να την αντικρύσουν; Και όσοι έχουν άδεια να μπουν στην πόλη να περνάνε τσεκ πόιντ και ατέλειωτους εξευτελισμούς; Πήγατε στα Ιεροσόλυμα πριν λίγες μέρες. Γιατί δεν είπατε σε μια μητέρα, που περνάει κάθε μέρα το τσεκ πόιντ με τα παιδιά της, ότι θέλετε να κάνετε την πόλη σας Ιερουσαλήμ;
Πόση διεθνής δικαιοσύνη, ανθρώπινη ηθική, λογική και ιστορία μπορεί να ξεπουληθεί για μερικούς Ισραηλινούς τουρίστες ή ό,τι άλλο βλέπετε προσοδοφόρο;
Δείτε περισσότερα στοιχεία για την κατάσταση στα Ιεροσόλυμα στο r-freepalestine.blogspot.com ετικέτα Ιεροσόλυμα.
(*)Μόνο το 2008 αφαιρέθηκε η άδεια παραμονής από 4.577 Παλαιστίνιους http://www.haaretz.com/print-edition/news/israel-stripped-thousands-of-jerusalem-arabs-of-residency-in-2008-1.3006

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Μεγάλη μπάντα λέμε…

 

Θέλω να πάρω τη φυλή μου και να φύγω
δε θέλω ούτε μερτικό απ’ το κοπάδι
μού ‘πες φτερά πως έχω κάποιο κρύο βράδυ
μα εγώ φτερά δεν έχω άμα δεν τ’ ανοίγω.

Πάρε, αγέρι, στα ουράνια την πνοή μας
να κάμει όσα ονειρευτήκαμε ταξίδια
εδώ ο άρχοντας μοιράζει μπιχλιμπίδια
κι εμείς του δίνουμε στιγμές απ’ τη ζωή μας.

Θέλω να πάρω τη φυλή μου και να φύγω
εδώ ο έρωτας πια δεν περνοδιαβαίνει
αφού τ’ αδέρφιά μας γυρνούν σαν κολασμένοι
για να μαζέψουνε το βιος τους λίγο λίγο.

Πάνω στο στέμμα μου βρυχάται άγριος λιόντας
κι έιναι του άγνωστου ο πιο μεγάλος τρόμος
το ξέρεις, μάτια μου, πως δεν υπάρχει δρόμος
αφού το δρόμο τον ανοίγεις περπατώντας.

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Εν όψει της απεργίας της Τετάρτης…

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Η (επί)κοινωνία του θεάματος


Καλά που γίνονται και αυτά να γελάμε και λίγο… βγήκαν τα στελέχη της τρόϊκας και είπανε πως εντάξει, γενικά καλά πάει το μνημόνιο, αλλά άμα θέμε να δούμε άσπρη μέρα πρέπει να πουλήσουμε φιλέτα του δημοσίου, οργανισμούς, κάνα νησί , εκείνο το σετ τα ασημένια  κουταλάκια του γλυκού της γιαγιάς, τέλος πάντων, ό,τι μας βρίσκεται, γιατί χρειαζόμαστε επειγόντως 50 δις. Ε, ποιος
είδε την Τρέμη και τον Πρετεντέρη και δεν τους φοβήθηκε! Χαμός έγινε στο Μέγκα με αυτούς τους αναιδείς υπαλλήλους, ανώτερους βέβαια, αλλά υπαλλήλους, που επεμβαίνουν ανερυθρύαστα στα εσωτερικά της μεγάλης, ανεξάρτητης και περήφανης χώρας μας. Η Τρέμη άμα τους είχε μπροστά της θα τους χαστούκιζε, με τρόπο και στυλ βέβαια, γιατί είναι και πολύ σικ, αλλά γενικά δεν θα τη βγάζαν καθαρή οι δύσμοιροι.

Γενικά πάντως, ολόκληρη η κοινωνία μας βούηξε απ’ την κατάπτιστη πράξη τους. Οι μεγάλοι μας τιμονιέρηδες το είπαν καθαρά: όόόόόόχι, δεν καταλάβατε καλά βρε κουτά! Δεν μπαίνει τέτοιο θέμα, απλά να, αυτά τα στελέχη της τρόϊκας είναι σαν τους άγγλους στο Φαληράκι: τρώνε τέτοια καταπίεση στην καθημερινότητά τους, άγχος, κακοπληρωμένες και ανθυγειινές δουλειές, αλκοόλ, βρισίδι απ’ταφεντικά τους, άσε την καταθλιπτική βροχή και τη μουντάδα που αποτελεί το καθημερινό τους φόντο, που δεν αντέχουνε. Έρχονται εδώ που έχει μεσογειακό κλίμα και λίγο πιο χαλαρά ήθη και ξεσαλώνουνε. Κοιμούνται αργά, συχνά όλοι στο ίδιο δωμάτιο, κάνουνε σλιπ-όβερ δηλαδή, άσε που βγαίνουνε και δηλώνουν δημόσια ό,τι τους καπνίσει. Ναί έτσι είναι. Αλλά ακόμη και αν, ΑΝ λέμε, θου κύριε, υπάρχει κανένα τέτοιο σεναριάκι, δεν είναι για εκποίηση βρε… μα πού πήγε το μυαλό σας, αστείο πράγμα…για απο-επένδυση είναι. Και ούτε καν, για αξιοποίηση είναι. Δηλ. Τί τάχουμε και κάθονται τα ρημάδια; Να τα αξιοποιήσουμε, να γίνουμε κι εμείς εισοδηματίες άνθρωποι, να μην μένουν κι αυτά τα κακόμοιρα τα φιλέτα αναξιοποίητα, που τα βλέπεις και ματώνει  η καρδιά σου. Κοίτα να δεις που μας έδωσαν καλή ιδέα οι στερημένοι WASP της τρόϊκας ε;

Και επειδή οι μεγάλοι πολιτικοί δεν είναι τίποτις κομπλεξικοί και δεν φοβούνται να υιοθετήσουν μια καλή ιδέα, απ’ όπου κι αν προέρχεται, από κει που σκίζανε τα ρούχα τους την Παρασκευή το βράδυ ότι δεν έχουν σχέση με το έγκλημα, δεν ξέρουν, δεν είδαν, έκατσαν και το μελέτησαν το πράμα το σαββατοκύριακο. Και κατάλαβαν ότι δεν υπάρχει λόγος να ανοίξουν πόλεμο με την τρόϊκα. Να υπήρχε να το καταλάβω, άλλωστε πόσες και πόσες φορές δεν τους βάλανε στη θέση τους ,δείχνοντας τί κυρίαρχο έθνος είμαστε; Αλλά αφού δεν υπάρχει λόγος; σώνει και καλά δηλαδή; Μελέτησαν λοιπόν το σαββατοκύριακο, ξενύχτησαν, κεφάλι δε σήκωσαν, και τη Δευτέρα το βράδυ ανακοίνωσαν ένα νέο σχέδιο πνοής για τον τόπο, ένα νέο μεγάλο άλμα προς τα ομπρός. Να μαζέψουμε 50 δις από την ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ, και προσοχή στις λέξεις γιατί παντού καραδοκούν προβοκάτορες λαϊκιστές που θέλουν να την παρουσιάσουν σαν ξεπούλημα, δημόσιας περιουσίας. Και επειδή θέλαν το σαββατοκύριακο να καταστρώσουν απερίσπαστοι αυτό το μεγαλειώδες σχέδιο, που σαν διαμάντι στο βούρκο, συνελήφθη χάρη στην καλοπροαίρετη προτροπή ενός μερακλωμένου υπαλλήλου της τρόϊκας, φρόντισε ο κ. Βενιζέλος να μας πει την Παρασκευή ότι ο δημόσιος διάλογος για τέτοια τεχνικά θέματα, όπως η ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ, και προσοχή στις λέξεις παρακαλώ, της ΔΕΗ και της Χαλκιδικής, δεν βοηθά καθόλου. Να τον αφήσουμε στην κ. Τρέμη και τον κ. Πορτοσάλτε που ξέρουν. Άντε που θες να’χεις και γνώμη…

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Η εξέγερση του Αραβικού Έθνους ενάντια στην παγκοσμιοποίηση

του Κωνσταντίνου Δ. Γεώρμα

Τιμή στον ήρωα Μοχάμαντ Μπουαζίζι

Ο Μπουαζίζι ήταν τριών ετών όταν ο πατέρας του, ένας χαμηλόμισθος εργάτης στην γειτονική Λιβύη, πέθανε από προβλήματα καρδιάς. Στα δώδεκά του πήγαινε στο σχολείο και τα βράδια δούλευε. Στα δεκαεπτά του χρόνια άρχισε να δουλεύει κανονικά, και παράτησε τα όνειρά του να συνεχίσει στο πανεπιστήμιο γιατί έπρεπε να στηρίξει τα άλλα αδέλφιά του και την αδελφή του Λέιλα που πήγαινε στο πανεπιστήμιο. Η δουλειά που χρόνια ήξερε ήταν να πουλά φρούτα με ένα καρότσι.

Ήταν 17 Δεκεμβρίου, όταν έχοντας αγοράσει τα πράγματα που θα πουλούσε και περιμένοντας τους πελάτες του μία γυναίκα αστυνομικός Συνέχεια

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Οι εργoλάβοι των ανθρώπινων δικαιωμάτων (2)

Συνέχεια – Σύνοψη

Από τα προηγούμενα, έγινε ελπίζω φανερό ότι η κριτική  δεν γίνεται γιατί αυτοί που την κάνουν είναι ξενόφοβοι, ρατσιστές, ή αναίσθητοι σε θέματα που αφορούν τα δικαιώματα μειονοτήτων, αλλά γιατί πολύ απλά, το μεταναστευτικό, με τον τρόπο που εκδηλώνεται στην Ελλάδα σήμερα, δεν προσφέρεται για κινηματικά παιχνιδάκια. Πρώτον, γιατί εμφανίζει χαρακτηριστικά εκρηκτικά σε πολλές λαϊκές περιοχές ελληνικών πόλεων και είναι ανεπίτρεπτο για οποιονδήποτε αγγίζει το θέμα να μην το λαμβάνει υπ’ όψην του. Να μην προσφέρει συγκεκριμένες προτάσεις και να απαξιώνει τον εκεί πληθυσμό, ως νοικοκυραίους, στην καλύτερη περίπτωση, ή ρατσιστές στην χειρότερη. Συνέχεια

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Αίγυπτος (λίγο βιντεοκλιπίστικο, αλλά πολύ δυνατό…)

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Οι εργολάβοι των ανθρώπινων δικαιωμάτων

Με αφορμή τα γεγονότα της Νομικής

Την προηγούμενη εβδομάδα, 300 περίπου μετανάστες από την Κρήτη, ξεκίνησαν μαζική απεργία πείνας στη Νομική σχολή Αθήνας και στο Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, με αίτημα τη νομιμοποίηση όλων των μεταναστών.  Αυτή τη στιγμή, και μετά τις  διαπραγματεύσεις κρατικών φορέων, θεσμικών οργάνων του ΕΚΠΑ, ιδιωτών και αυτόκλητων εκπροσώπων των μεταναστών, για την αποχώρησή τους από τη Νομική και τη μεταφορά τους αλλού, 237 απ’αυτούς βρίσκονται στοιβαγμένοι σε ένα παγωμένο κτήριο στην οδό Ηπείρου και σε  σκηνές στην αυλή του. Αφήνοντας στην άκρη για λίγο το πρακτικό του θέματος, που αφορά στη στέγασή τους, και  τον αλλόκοτο συμβολισμό που κουβαλάει, 237 άνθρωποι να κάνουν απεργία πείνας σε ένα παγωμένο παλάτι που ανήκει στον ιδιοκτήτη της Κάπα ρισέρτς, ας δούμε λίγο τα γεγονότα και τα πολιτικά τους νοήματα. Συνέχεια

5 Σχόλια

Filed under Uncategorized