Monthly Archives: Μαΐου 2011

Από ήττα σε ήττα μέχρι την τελική νίκη

Αναδημοσίευση από εδώ

 

 

Μετά από πολύμηνη σιγή ασυρμάτου, οι «αναμνήσεις από τον Σύριζα» δεν μπορούν να μην ασχοληθούν με τη νέα περίλαμπρη επιτυχία της καθ’ ημάς αριστεράς. Το μαοϊκό απόφθεγμα του τίτλου συνοψίζει άψογα την αριστερή ταχτική ου μην και στρατηγική  απέναντι στους Αγανακτισμένους του Συντάγματος.

Γιατί δεν γίνεται ρε φίλε κοτζάμ αριστερά, ρεφορμιστική, επαναστατική ή ερμαφρόδιτη να κωλοχτυπιέται μήνες και να μην μπορεί να φτιάξει μια τέτοια κατάσταση ούτε στο υποδεκαπλάσιό της. Κι έρχεται και το κάνει ποιος; Το facebook!

Ε όχι.

Όπως υπογράμμισε γνωστό στέλεχος της επανάστασης «δεν μπορώ να το πιστέψω. Κάτι άλλο υπάρχει από πίσω». Και καλά, η άτιμη η CIA βάλθηκε να ξεδοντιάσει την στέρεα αξιοπιστία του λαϊκού και εργατικού κινήματος. Δικαίωμά της.

Αλλά άμα το δούμε από την σκοπιά της διοργάνωσης, ο εργάτης ο σωστός, ο ντούρος, ο πρόστυχος, ο έμπυρος, δεν ενημερώνεται ρε παιδιά από το facebook. Έλεος. Ενημερώνεται από την αφίσα, από την προκήρυξη και από τα κόκκινα συνθήματα στους τοίχους.

Αυτές τις μέρες δεν θα ήθελα να ‘μουνα στη θέση του Φίλη. Διότι ο Νίκος το ξέρει από παλιά ότι ο Αλαβάνος είναι φαρμακόγλωσσος. Τρεις στις τέσσερις ατάκες που αμολάει, βγαίνουν αληθινές. Τι τα ήθελε τα περί «Ταχρείων»; Και δώστου δεν είναι Κάιρο η Αθήνα. Και δώστου δεν είναι Ταχρίρ το Σύνταγμα. Και δώστου πόσο επικίνδυνος ο Αλέκος. Και όχι τίποτε άλλο άντε να βγάλουν φτερά οι νεολαίοι του ΣΥΝ που είδαν κόσμο στην πλατεία και μπήκαν, αλλά άμα πει κανείς «ψιτ ο Αλαβάνος» γυρνάνε τρομαγμένοι.

Η πλάκα είναι ότι το Μέτωπο πάσχιζε να φτιάξει την πλατεία για τις 23 Ιούνη κι είχε οργανώσει σύσκεψη για αυτό στις 27 Μάη. Όμως δεν πρόκαμε, διότι η ζωή έχει άλλους ρυθμούς, και η πλατεία γέμισε ένα μήνα πριν, χωρίς πολλά πολλά. Δεν είναι κακό, πολύς κόσμος γλύτωσε το τρέξιμο, τις συσκέψεις, τις αναλύσεις, τις εχτιμήσεις και τις αφισοκολλήσεις. Μπορεί να γλίτωσε και κάνα φράγκο που θα το δινε στον ψυχαναλυτή του.

Μέσα στον γενικό ορυμαγδό, ο Λαφαζάνης έβγαλε τη γραμμή «να δώσουμε αριστερό προσανατολισμό». Προσπερνώ την κακεντρέχεια του ξαδέρφου μου του Φώντα που αναρωτήθηκε πως «άμα ο Παναγιώτης δεν μπορεί να δώσει αριστερό προσανατολισμό στην πλατεία Κουμουνδούρου, πώς θα δώσει αριστερό προσανατολισμό στην πλατεία Συντάγματος;»

Στέκομαι όμως στην αυταρέσκεια, στην αφέλεια και στη συγκινητική αυτοπεποίθηση ότι οι παριστάμενοι περιμένουν έμπλεοι αγωνίας την αριστερά να τους δώσει γραμμή.

Μήνες και μήνες, σύμπασα η αριστερά, από το ΚΚΕ μέχρι την Ανταρσύα και σύμπασα η συνδικαλιστική πρωτοπορία, από το ΠΑΜΕ, μέχρι τον Μητσάρα τον Στρατούλη και τον Συντονισμό Πρωτοβάθμιων, χύναν τόνους σάλιου και ιδρώτα για να πείσουν ότι το να «πάμε Σύνταγμα και να μείνουμε Σύνταγμα» είναι ανέφικτο, τυχοδιωκτικό και άσκοπο. Η σωστή διαδήλωση δεν πάει να μείνει στο Σύνταγμα, δεν επιτρέπει ελληνικές σημαίες, έχει μπροστά τα Πρωτοβάθμια και το Σουμουτου, περνά τρέχοντας το Σύνταγμα διότι πέφτει χημικό με το τσουβάλι και μετά έχει να το λέει για βδομάδες, περιμένοντας την επόμενη γενική απεργία που θα κηρύξουν οι πουλημένοι εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ.

Μόλις λοιπόν κυκλοφόρησε στην πιάτσα η συγκέντρωση της Τετάρτης έπεσε ειρωνία. Το καλό βέβαια με το facebook είναι ότι μπορείς να σβήσεις τα σχόλια που έκανες. Κι έτσι τα φαρμακερά σχόλια για τους απολίτικους, ελληναράδες, γηπεδοχουλιγκάνους, αγανακτισμένους ΟΝΝΕΔίτες, φασιστικά αποβράσματα, αλλά και φλώρους της πλατείας Συντάγματος, εξηφανίσθησαν και δώσαν τη θέση τους σε παραινέσεις παρέμβασης και εμπλοκής.

Ο ΣΥΝ στραβοκατάπιε τους Ταχρείους, το Κοκκινοπράσινο κάνει ότι δεν βλέπει τις ελληνικές σημαίες και δεν ακούει το βάρβαρο «και α και ου γαμώ το Δουνουτου», ο Τσίπρας έκανε και φιλική δήλωση διότι σου λέει τι έχω να χάσω; Φασούλι το φασούλι ανεβαίνει το ποσοστό. Κι εκεί που την πρώτη μέρα η ΠΓ του ΣΥΝ μέτραγε πόσες ελληνικές σημαίες κουνιούνται στο Σύνταγμα, ο όγκος των αγανακτισμένων, αλλά και η εξαιρετικά πολιτική συνέλευση της πλατείας, έδωσε το πρόσταγμα: Μετάαααααβολή!

Ο ίδιος ο προσφιλής μου Δημοσθένης αφού προβληματίστηκε από το συμβάν (εδώ μιλάμε πάντα με όρους Μπαντιού), κι αφού βεβαίως γκρίνιαξε διότι οι συγκεντρωμένοι δεν πάνε έξω από το Χρηματιστήριο ή την Τράπεζα της Ελλάδος, απεφάνθη ότι: «Τη διαδικασία αυτή, είτε θα την παρατηρεί κανείς και θα τη σχολιάζει απ’έξω, σαν κάτι εξωτικό και όχι τόσο τέλειο όσο θα όφειλε εξαρχής, είτε θα μπει για να δει -και να επηρεάσει- δυνατότητες και όρια». Οι αναγνώστες του Red Notebook ήταν ήδη τόσο ανατριχιασμένοι με τους αγανακτισμένους που έλουσαν τον Δημοσθένη με χαρακτηρισμούς. Ξεχνούν ότι και ο οπορτουνισμός θέλει την οξυδέρκειά του.

Όμως το ρεσιτάλ της πολιτικής αρχών εδόθη από την επαναστατική αριστερά. Στην αρχή χέσιμο με τη σέσουλα, μετέπειτα ένας κάποιος (ψιλός) προβληματισμός και τέλος κλιμάκωση της παρέμβασης με τη μαζική μπούκα στη Συνέλευση το Σαββατόβραδο. Η οποία ειρήσθω εν παρόδω θύμιζε εισβολή Ούννων σε μια κατά τα λοιπά ανθρώπινη διαδικασία. Περικύκλωσαν το προεδρείο, απαιτούσαν το λόγο πριν τους κοινούς θνητούς μαλάκες, βούτηξαν τα μικρόφωνα και θυμηθήκαμε όλοι την ωραία εποχή της Πισικάπα.

Τα συνδικάταααα ούρλιαζε ο ένας. Γενική απεργίαααα βράχνιαζε ο άλλος. Πολιτικό πλαίσιοοο γκάριζε ο τρίτος. Για καμιά ώρα η πλατεία έμοιαζε με φοιτητική συνέλευση τριανταπεντάρηδων και σαρανταπεντάρηδων.

Συνάδελφοι έλεγε ο ένας νομίζοντας ότι μιλάει στου Γκίνη. Σύντροφοι απαντούσε ο άλλος νομίζοντας ότι μιλάει στην ΟΒα του. Παιδιά ηρεμία ίδρωνε ο συντονιστής νομίζοντας ότι μιλά σε φυσιολογικούς ανθρώπους.

Είχε προηγηθεί ο Συντονισμός των Πρωτοβάθμιων ο οποίος αποφάσισε ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κόσμος μαζεμένος και να μην πάει η μαχόμενη κι από τα κάτω συνδικαλιζόμενη αριστερά να δώσει τη σωστή γραμμή. Τι διάολο πρωτοπορία είμαστε άμα αφήνουμε τους απολιτίκ φλώρους του real-democracy να διεξάγουν μια συνέλευση χιλιάδων ανθρώπων;

Να πάμε να τους επηρεάσουμε έλεγε ο ένας. Να πάμε να τους προστατεύσουμε έλεγε ο άλλος. Να πάμε να τους πολιτικοποιήσουμε έλεγε ο τρίτος. Και δεν εβρέθη κανένας θαρραλέος να συνοψίσει την γραμμή σε μια φράση: Να πάμε να τους διώξουμε… Εκεί ήταν το ζουμί.

Τέτοιες ώρες σκέφτεσαι στα σοβαρά: Μήπως αν έλειπε η αριστερά τα πράγματα θα ήταν καλύτερα;

Κι αναγκαστικά σε πιάνει μια μελαγχολία. Κανένας από την αριστερά δεν μπόρεσε να πετύχει κάτι τέτοιο. Κανένας δεν προβληματίστηκε από αυτή την αδυναμία. Κανένας δεν αναρωτήθηκε για την απαξίωση και τη στοχοποίηση όλου του πολιτικού συστήματος και όλης της Βουλής. Κανένας δεν έμαθε. Κατά πλειοψηφία οι αριστεροί χλεύασαν, απαξίωσαν, κορόιδεψαν. Στην καλύτερη στάθηκαν αμήχανοι και είπαν «έτσι είναι τα αυθόρμητα κινήματα». Και στο τέλος μπούκαραν να δώσουν τη γραμμή.

Δεν θέλει πολύ να καταλάβεις πως όπου δεν σκάει το χημικό του Ματατζή, σκάει η βλακεία του αριστερού.

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Και ξαφνικά… Λαϊκές συνελεύσεις!

Αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες μέρες στην πλατεία συντάγματος  γύρω από το λευκό πύργο στη Θεσσαλονίκη, σε κεντρικές πλατείες άλλων πόλεων της Ελλάδας είναι πρωτόγνωρο! Στο σύνταγμα εκατοντάδες άνθρωποι (χτες θα έπρεπε σίγουρα να είναι 2000) γύρω από μια πρόχειρη μικροφωνική παίρνουν το λόγο και μιλάνε σε λαϊκές συνελεύσεις που κρατάν από το απόγευμα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, συζητούν για το γιατί βρίσκονται εκεί, γιατί βγήκαν στους δρόμους και τις πλατείες, τί θέλουν, τί περιμένουν. Άνθρωποι όλων των ηλικιών λένε από το μακρύ και το κοντό τους μέχρι το…»τί να κάνουμε» μέσα σε κλίμα ωριμότητας και σεβασμού, που αν μη τι άλλο, φανερώνει πως γι αυτούς τους ανθρώπους η διαδικασία που εξελίσσεται  εκεί  είναι σημαντική, αναγκαία, πρέπει να διαφυλλαχτεί.

Άνθρωποι όλων των ηλικιών και όλων των πολιτικών χώρων, με θυμό για τους λόγους για τους οποίους βρίσκονται εκεί, με αγωνία για το τί θα γίνει αύριο, αλλά με ενθουσιασμό και συγκίνηση γι αυτό που συμβαίνει, δημιουργούν  στις πλατείες των πόλεων κλίμα άλλων εποχών, που μέχρι προχτές (κυριολεκτικά προχτές) έμοιαζε χαμένο για πάντα κάτω από το γκρίζο της Ελλάδας του μνημονίου, κάτω από τον τρόμο των δελτίων των 8, τη βία των δρόμων της Αθήνας τις τελευταίες εβδομάδες. Κι ακόμη περισσότερο, χαμένο κάτω από δεκαετίες αλλοτρίωσης, ανοησίας και ηλιθιότητας, κατανάλωσης, ιδιώτευσης  και κατακερματισμού. Ένα κλίμα του οποίου φορέας είχε αυτοανακυρηχθεί εργολαβικά,  για χρόνια ολόκληρα,  η συστημική «αμφισβήτηση», που το μετέτρεψε  σε φρανκενστάιν, κλείνοντάς το στα στεγανά των μέτρων της, συντηρώντας μαγαζιά και παραμάγαζα, ορίζοντας την εκτροπή από την κανονικότητα ως γενικευμένο μπάχαλο, ακρωτηριάζοντας την πολιτική έκφραση και τον αντισυστημικό λόγο, δείχνοντας τελικά τα όριά της στον Δεκέμβρη του ’08.

Κι όμως τις τελευταίες μέρες φαίνεται να γεννιέται ένα νέο κίνημα, δυναμικό, δημιουργικό, επίκαιρο και ανέλπιστα ώριμο, γιατί βγαίνει μέσα από την ανάγκη. Την ανάγκη για ένα νέο «εμείς» απέναντι στην επίθεση που δέχεται ο λαός αυτής της χώρας, την ανάγκη για έκφραση, για αντίδραση στην ανημπόρια στην οποία μας ρίχνει ο κυρίαρχος λόγος των εγχώριων και διεθνών ελίτ, του πολιτικού τους προσωπικού και των μιντιακών τους φερέφωνων. Την ανάγκη ψυχικής ανάτασης ενάντια στη αγωνία για το άυριο, μαζί με όλους εκείνους που τους ενώνει μια κοινή μοίρα, μακρυά από τους χομπίστες της αποψάρας και τους επαγγελματίες της διεκδίκησης.

Νέοι πόλοι μη-κανονικότητας λοιπόν, στα κέντρα των ελληνικών πόλεων, ξανά πραγματική πολιτική απο «τα κάτω». Στο σύνταγμα δημιουργούνται ομάδες εργασίας με συγκεκριμένες αρμοδιότητες, γιατί υπάρχει η πίστη ότι αυτό που γίνεται γίνεται για να διαρκέσει, ομάδες επισιτισμού, ομάδες τύπου, μεταφράσεων, καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, ομάδες περιφρούρησης, ομάδες καθαριότητας και άλλες. Βασικός προβληματισμός, η διαφύλαξη του ειρηνικού χαρακτήρα των εκδηλώσεων, τρόποι συν-απόφασης, τρόποι έκφρασης αιτημάτων, μια πρώτη έκφραση του κλίματος των συνελεύσεων σε ένα κείμενο, τρόποι διάχυσης των συνελεύσεων στις γειτονιές κ.α. Τα λίγα «εκτός-θέματος» δεν λοίπουν βέβαια. Από Ελληνάρες με περικεφαλαίες (!) μέχρι ανθρώπους που δεν είχαν βγει ποτέ στο δρόμο για να διεκδικήσουν και να διαμαρτυρυθούν, παρά για να πανηγυρίσουν για το euro ή τη eurovision και έχουν ένα χαρακτηριστικό μούδιασμα καθώς φυσάνε τη σφυρίχτρα τους. Από την άλλη, ένα κομμάτι της συστημικής αμφισβήτησης που λέγαμε πιο πάνω, αν και το μεγαλύτερο μέρος της σνομπάρει ακόμη το «απολιτίκ» του πράγματος (παρόλο που νομίζω ότι σύντομα θα καταλάβουν τί συμβαίνει). Αυτοί που συμμετέχουν ωστόσο, εμφανίζουν κάποια προβλήματα προσαρμογής, μιας και είναι η πρώτη φορά εδώ και χρόνια που πηγαίνουν καλεσμένοι σε…γιορτή άλλων, και μάλιστα σε «χωράφια» που θεωρούν κατεξοχήν δικά τους. Κατεβαίνουν λοιπόν κρατώντας σημαίες της Αργεντινής, της Αιγύπτου, της Τυνησίας, της Παλαιστίνης, αλλά βασικός τους προβληματισμός στις κουβέντες είναι κάτι σαν «έλεος μ’αυτές τις ελληνικές σημαίες στο σύνταγμα», ενώ βιάζονται να διορθώσουν το «Έλληνες» σε «άνθρωποι».  Τώρα βέβαια το γιατί ο Αιγύπτιος δικαιούται να ανεμίζει τη σημαία του στην πλατεία Ταχρίρ (και ο Έλληνας καταναλωτής του συμβολισμού  της αιγυπτιακής εξέγερσης επίσης), αλλά ο Έλληνας διαμαρτυρόμενος στο σύνταγμα δεν δικαιούται να κρατάει την Ελληνική, είναι άλλο θέμα…

Ωστόσο σε γενικές γραμμές, τόσο η προσέλευση του κόσμου, που συνεχίζεται για τέταρτη μέρα σήμερα, όσο και το επίπεδο των συνελεύσεων, η συμμετοχή και ο ενθουσιασμός, είναι εντυπωσιακά. Είναι ένα κίνημα εν τη γενέσει, που χρειάζεται τη στήριξη όλων. Πρώτον, γιατί βγαίνει μέσα από πραγματικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας και γι αυτό είναι αυθεντικό και δημιουργικό. Δεύτερον, γιατί μπορεί να κινητοποιήσει κόσμο που είτε «ξύπνησε» προχτές, όπως γράφανε τα πανώ της πρώτης μέρας, ως απάντηση στους Ισπανούς, είτε δεν «χωράει» (πια) στα παραδοσιακά σχήματα της μεταπολιτευτικής αμφισβήτησης. Και τρίτον, γιατί αν η συμμετοχή του κομου φθίνει, είναι θέμα χρόνου να εκφυλλιστούν οι συνελεύσεις σε ένα ακόμη από τα τόσα μαγαζάκια «πολιτικής» αυτοαναφοράς, που δεν αφορούν κανέναν. Και αν η «επιστροφή στην κανονικότητα», που τόσο φοβόταν ο Δεκέμβρης του ’08, τότε δεν σήμαινε παρά «τέρμα το καγκελάκι, έχουμε και δουλειές», τώρα σημαίνει πραγματικά πολλά, και δουλείες δεν υπάρχουν ως γνωστόν…

Τελειώνω με το ψήφισμα της χτεσινής συνέλευσης από εδώ.

Εδώ και πολύ καιρό παίρνονται αποφάσεις για εμάς χωρίς εμάς.

Είμαστε εργαζόμενοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, νεολαίοι, που έχουμε έρθει στο σύνταγμα για να παλέψουμε και να αγωνιστούμε για τις ζωές μας και το μέλλον μας.

Είμαστε εδώ γιατί γνωρίζουμε ότι οι λύσεις στα προβλήματά μας μπορούν να προέλθουν μόνο από εμάς.

Καλούμε όλους τους Αθηναίους, εργαζόμενους, ανέργους και νεολαία στο Σύνταγμα, και όλη την κοινωνία να γεμίσει τις πλατείες και να πάρει τη ζωή στα χέρια της.

Εκεί στις πλατείες θα συνδιαμορφώσουμε όλα μας τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις μας.

Καλούμε όλους τους εργαζόμενους που θα απεργήσουν την επόμενη περίοδο να καταλήγουν και να παραμένουν στο Σύνταγμα.

Δεν θα φύγουμε από τις πλατείες, μέχρι να φύγουνε αυτοί που μας οδήγησαν εδώ: Κυβερνήσεις, Τρόικα, Τράπεζες, Μνημόνια και όλοι όσοι μας εκμεταλλεύονται. Τους διαμηνύουμε ότι το χρέος δεν είναι δικό μας.

ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΩΡΑ!

ΙΣΟΤΗΤΑ – ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ – ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ!

Ο μόνος αγώνας που χάνεται είναι αυτός που δεν δόθηκε ποτέ!

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Μέρες (ΠΑ)ΣΟΚ και δέους και νύχτες των κρυστάλων…

Δυσκολεύομαι να πω πολλά γιατί αυτά που συμβαίνουν είναι πρωτοφανή και χρειάζονται μερικές μέρες για να χωνευθούν (που ΔΕΝ χωνεύοται…)

Τρίτη ξημερώματα: 44χρονος νεκρός από μαχαιριές, έξω από το σπίτι του για μια κάμερα.

Τρίτη, Τετάρτη, τώρα: πογκρόμ φασιστοσυμμοριών στο κέντρο και σε γειτονιές (Πατήσια, Κυψέλη). Κυνηγητό και άγριο ξύλο αδιακρίτως σε μετανάστες. Εισβολές σε σπίτια. Άκουσα περιστατικά όπου χτυπούσαν γυναίκες με παιδιά.

Απολογισμός χτεσινής πορείας: Ένα παιδί στο γενικό κρατικό Νίκαιας σε προθανάτια κατάσταση, άλλοι δύο στα χειρουργία, δεκάδες άτομα σε νοσοκομεία με σπασμένα κεφάλια, σπασμένα πλευρά, σπασμένα δόντια.

Πέμπτη ξημερώματα: φασιστοελληνάρες (όπως όλα δείχνουν) σκότωσαν 30χρονο από το Μπαγκλαντές στα Πατήσια με μαχαίρι.

Πέμπτη βράδυ-τώρα: 17 άτομα (4 ή 5 Έλληνες) σε νοσοκομεία, μαχαιρωμένοι, ή χτυπημένοι άγρια με ρόπαλα από τις επιθέσεις στα στενά γύρω από την Ομόνοια. Εισβολή στο κέντρο σίτισης αστέγων του δήμου, στην Πειραιώς.

Οργή δε λές τίποτα… Μετά εμετός. Μετά πάλι οργή…

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Τί μας έμαθε ο Θανάσης

Του Νίκου Ξυδάκη

Γράφτηκαν τόσα πολλά για τον Θανάση Βέγγο, που θα ήταν περιττό να προσθέσουμε άλλα, για τις αρετές του ανδρός και του καλλιτέχνη. Προφανώς, η πάνδημη αγάπη οφείλεται στη σπάνια ταύτιση προσωπικού ήθους και ταλέντου, στην ειλικρίνεια και την αλήθεια που εξέπεμπε ο καλός άνθρωπος, ο άνθρωπός μας. Προφανές, αλλά όλο και σπανιότερο. Λιγότερο προφανές, αλλά σημαντικότερο είναι αυτό που ενσάρκωσε ο Θανάσης. Το λέω συνοπτικά: τον μεταπολεμικό επιβιωτή, τον Ευρωπαίο άνθρωπο της ανοικοδόμησης, τον Ελληνα σε κατάσταση διαρκούς εκτάκτου ανάγκης, τον διαρκώς εφευρέτη και μαχητή. Πίσω από τη μάσκα του κλόουν υπάρχει ασφαλώς μελαγχολία. Γνωστό. Ο Θανάσης ήταν όμως ένας ξεχωριστός κλόουν, δικής του επινοήσεως. Η μελαγχολία του δεν ήταν ατομική, ήταν κοινωνική, ήταν η μελαγχολία του κοινού του. Αφενός. Και κατά κάποιο παράδοξο τρόπο, ήταν μια μελαγχολία καταφάσκουσα, δοξαστική της ζωής. Πιο χαρακτηριστική ταινία του, σε αυτή την κατεύθυνση, είναι το «Θανάση πάρε τ’ όπλο σου», του 1972. Είναι μια ταινία που μου θύμιζε τις λαμπρότερες παραδόσεις του ιταλικού νεορεαλισμού: λαϊκή, διαυγής, πικρή, ειλικρινής, με κοινωνικό και υπαρξιακό πυρήνα, γυρισμένη σε πραγματικούς τόπους, με ρεαλισμό αδρό και χωμάτινο, όχι καρικατουρίστικο ή εξωραϊστικό.

Ο σοφέρ Θανάσης τρέχει και δεν φτάνει, σε έναν φιλμικό κόσμο που ανασυνθέτει απολύτως πειστικά τα ελληνικά χρόνια από το ‘50 έως το ‘70· τα χρόνια του σκληρού μεροκάματου, του δοσά, του πρώην δωσίλογου ή μαυραγορίτη που έγινε αφεντικό και εργοδότης, της επιβίωσης, του αυθαίρετου τσαρδιού (και όχι του μεταγενέστερου «εξοχικού») στα γκρεμά του Περάματος και των Τουρκοβουνίων, στο όρος Αιγάλεω και στους γυμνούς αττικούς λόφους. Ο Θανάσης τρέχει ν’ αποκαταστήσει την ανύπαντρη αδελφή, χρεώνεται στον τοκογλύφο αφεντικό του, τρέχει πίσω από τη ζωή, να την προλάβει. Και αγαπάει: μια γυναίκα χωρίς μοίρα, σαν αυτόν. Αρχίζει σαν συμπόνια για την ξεσπιτωμένη και εξελίσσεται σε έρωτα και κοινό αγώνα. Ο Θανάσης πέφτει μαζί της, σηκώνεται, ξαναπέφτει, σηκώνεται πάλι. Ο λεηλατημένος εργάτης, ο στραγγισμένος, ορμάει με φτυάρι και μυστρί, αρπάει τσιμεντόλιθους και χτίζει έναν οικίσκο στα κατσάβραχα, ένα αυθαίρετο στην άκρη της πόλης, πέρα και από τις συνοικίες, μια φωλιά στη μεθόριο του κόσμου.

Ελάχιστες ελληνικές ταινίες έχουν δείξει έτσι αδρά και γυμνά την αγωνία του μεταπολεμικού επιβιωτή, με διαρκή κλαυσίγελω, με ένταση, με τέτοια πίστη ζωής. Το υπαρκτό παράλογο του βίου συμφύρεται με το σχόλιο για την κοινωνική αδικία, η πικρή κωμωδία με το μελόδραμα, το ντοκουμέντο με τη μυθοπλασία. Είναι η στιγμή που η ελληνική κωμωδία αποκολλάται από την ηθογράφηση της αναδυόμενης μικροαστικής ζωής, αυτού του προτύπου λάιφστάιλ, με τους εύθυμους τύπους και τους χορτάτους αστούς των νεότευκτων πολυκατοικιών, και στρέφεται στη γυμνή ζωή των λαϊκών μεροκαματιάρηδων, των θαμπών ηρώων. Στον ακτήμονα φορτηγατζή Θανάση, που χτίζει το τσαρδί με τα ίδια του τα χέρια, δεν χωρούν ευφυολόγηματα και χωρατά, κωμικές καταστάσεις από παρεξηγήσεις και μικρομπερμπαντιές, δεν χωρούν καν οι έξυπνες ατάκες του Τσιφόρου και του Σακελλάριου. Ο προλετάριος τσιρκολάνος Θανάσης κουβαλάει όλη την Ελλάδα στους ώμους του, βογγώντας και γελώντας, κυνηγημένος και ριγμένος, αδικημένος, με σφιγμένα δόντια και πρωτογενές χαμόγελο. Είναι άνθρωπος, δεν είναι τύπος, δεν είναι χαρακτήρας· όπως δεν είναι τύποι οι ήρωες του Ροσελίνι ή του Βιτόριο ντε Σίκα, δεν είναι τύπος ο Τοτό στο «Κλέψας του κλέψαντος» του Μονιτσέλι.

Σε αυτή την κορυφαία του ταινία, μα και σε άλλες ταινίες, μπουρλέσκ, πικρές, τρελές, αυτοσχέδιες, καταγόμενες ταυτοχρόνως από τους αδελφούς Μαρξ, τον νεορεαλισμό, την πικρή ιταλική κωμωδία και το λαϊκό μελόδραμα, ο ακαταπόνητος, υπερκινητικός, θυελλώδης, συμπονετικός Θανάσης εκφράζει τον ακαταπόνητο, υπερκινητικό, θυελλώδη, συμπονετικό Ελληνα του καιρού του. Εζησαν με τον ίδιο τρόπο: κυνηγημένοι, ριγμένοι, αδικημένοι, μα πάντα ακούραστοι, πάντα όρθιοι μετά την πτώση, πάντα απέραντα αισιόδοξοι κατά βάθος, με μελαγχολικό βλέμμα και πηγαίο γέλιο, αποτροπαϊκό, γέλιο που εξορκίζει το κακό.

Ο καλός άνθρωπος, ο λαοφίλητος, που του φωνάζανε όλοι στο δρόμο «γεια σου Θανάση!» έδωσε ουσία και υπόσταση στην έννοια του λαϊκού: το ζωγράφισε αφελές και πηγαίο, ταπεινό και βαθύ, άμεσο και ειλικρινές. Αληθές. Δεν ντρεπόταν γι’ αυτό που ήταν, δεν καυχιόταν γι’ αυτό που έγινε, δεν ξέχασε τη γειτονιά του, το Νέο Φάληρο και το Μοσχάτο. Κατά τούτο, ήταν άνθρωπος άλλου καιρού, άλλου ήθους· δεν είναι του παρόντος, της ξιπασιάς, της καγκουριάς και του νεοπλουτισμού. Αυτή την αλήθεια του Θανάση, του αναγκεμένου μα μηδέποτε παραιτημένου Ελληνα, θα τη χρειαστούμε στα χρόνια που έρχονται, χρόνια πόνου και ανοικοδόμησης.

Πηγή: http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_2_08/05/2011_1295149

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Ένας χρόνος από τη marfin

Αυτό το πανό στη φωτογραφία με το «Απόψε πεθαίνει ο φασιμός» το θυμάμαι από την αρχή της πορείας στην  απεργία της 5ης Μάη πέρσι. Μου είχε κάνει εντύπωση, ένα σκέτο πανό με ένα σύνθημα από την εξέγερση του πολυτεχνείου του ’73, σε μια πορεία ενάντια στην τρόικα και στα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης. Στην αρχή μου είχε φανεί λίγο άκυρο, λίγο νάχαμε να λέγαμε ας πούμε. Στο τέλος της μέρας σκεφτόμουνα πόσο ανατριχιαστικά επίκαιρο και ειρωνικό ήταν αυτό το πανό. «Απόψε» κανένας φασισμός δεν πέθαινε, ζούσε και βασίλευε. Ο φασισμός της γραβάτας (Βγενόπουλος) χέρι χέρι με το φασισμό της κουκούλας τα είχαν καταφέρει μια χαρά. Σκοτώσανε τρεις ανθρώπους, που πραγματικά δεν «χωρούσαν πουθενά». Δεν χωρούσαν στις στατιστικές εργατικών ατυχημάτων της ΓΣΕΕ γιατί δεν ήταν μετανάστες σε κανένα κάτεργο της ολυμπιάδας, ούτε προλετάριοι στη ναυπηγοεπισκευαστική στο Πέραμα, ήταν γουάιτ κόλαρς που λέμε, και σκοτώθηκαν στην καρδιά της Αθήνας, μέρα μεσημέρι. Δε χωρούσαν στις «παράπλευρες απώλειες» ενός οσοδήποτε παρανοϊκού «ταξικού πολέμου» γιατί ήταν εργαζόμενοι ωστόσο, σαν κι αυτούς που απεργούσαν. Ο «χώρος» σοκαρίστηκε και καταδίκασε, λες και δεν ήταν φανερό όλα αυτά τα χρόνια ότι όταν χαϊδεύεις τα αυτάκια μιας αντικοινωνικής βίας, που παρουσιάζεται ως κοινωνική αντιβία (για να θυμηθώ και τον τίτλο ενός κειμένου που κυκλοφόρησε τότε), το μηδενιστικό μπάχαλο γίνεται εύκολα φόνος.  Τελικά κανένας δεν έφταιγε, έφταιγε η κακιά στιγμή και τρία μαλακισμένα που κανείς δεν τα ξέρει, παρά τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα της ΠΑΣΟΚάρας με συλήψεις «γνωστών» ένα χρόνο μετά. Και οι εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου που κατέβηκαν στην πιο μεγαλειώση διαδήλωση των τελευταίων δεκαετιών πήγαν σπίτι τους μουδιασμένοι και μάλλον το μούδιασμα κρατάει ακόμη γιατί τόσος κόσμος δεν ξανακατέβηκε σε ένα χρόνο μνημονίου. Έτσι ωραία κι απλά…

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized