Δομικές κρίσεις

Mια δική μου μετάφραση του άρθρου «Structural crises», του Immanuel  Wallerstein, που δημοσιεύτηκε στο New Left Review, του Απριλίου 2010.

Ο όρος “κρίση” έπαιξε κεντρικό ρόλο στους εθνικούς πολιτικούς διαλόγους κατά την δεκαετία του 1970, παρόλο που οι ορισμοί του παρουσίαζαν μεγάλες διαφορές. Προς το τέλος του αιώνα αντικαταστάθηκε από ένα άλλο, πιο αισιόδοξο όρο: “παγκοσμιοποίηση”. Από το 2008 ωστόσο, ο τόνος σκοτείνιασε πάλι και η έννοια της κρίσης αναδύθηκε ξανά απότομα. Όμως η χρήση του όρου παραμένει χαλαρή όσο πάντοτε. Τα ερωτήματα που αφορούν στον ορισμό της κρίσης και στην εξήγηση των αιτιών της έχουν έρθει και πάλι στο προσκήνιο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές του ’70, τόσο ο κύκλος της ηγεμονίας, όσο και αυτός της οικονομίας, του νεωτερικού κοσμοσυστήματος μπήκαν σε φάση παρακμής. Η περίοδος από το 1945 μέχρι το 1970 περίπου, περίοδος στην αποία οι Γάλλοι αναφέρονται χαρακτηριστικά ως “les trente glorieuses” (η χρυσή τριακονταετία), σηματοδότησε την κλιμάκωση της ηγεμονίας των ΗΠΑ και συνέπεσε με την πιο εκτεταμένη Α-φάση, κύκλου Kondratieff , που είχε γνωρίσει ποτέ ο καπιταλιστικός κόσμος. Οι καθοδικές τάσεις που ακολούθησαν ήταν απολύτως φυσιολογικές, με την έννοια ότι όλα τα συστήματα εμφανίζουν κυκλικούς ρυθμούς – είναι τέτοια η ζωή των συστημάτων, ο τρόπος που αντιμετωπίζουν τις αναπόφευκτες αναταράξεις των ίδιων των λειτουργιών τους – αλλά και επίσης λόγω του του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο καπιταλισμός ως κοσμοσύστημα. Σε αυτό υπάρχουν δύο κομβικά σημεία: Ο τρόπος με τον οποίο οι παραγωγοί εξάγουν κέρδος. Και ο τρόπος με τον οποίο τα κράτη εγγυόνται μια παγκόσμια τάξη μέσα στην οποία εξασφαλίζεται η κερδοφορία των παραγωγών. Ας δούμε το καθένα με την σειρά.

Ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα όπου η αέναη συσσώρευση του κεφαλαίου είναι το raison d’être . Για να συσσωρεύσουν κεφάλαιο, οι παραγωγοί πρέπει να αποκτήσουν κέρδος από τις δραστηριότητες τους, πράγμα εφικτό σε σημαντική κλίμακα μόνον εάν το προϊόν πωληθεί σε αρκετά μεγαλύτερη τιμή από το κόστος παραγωγής του. Σε περίπτωση τέλειου ανταγωνισμού είναι αδύνατη η κερδοφορία σε τέτοια κλίμακα: Είναι απαραίτητο ένα μονοπώλιο, ή έστω ψευδο-μονωπώλιο της παγκόσμιας οικονομικής δύναμης. Ο πωλητής μπορεί τότε να απαιτήσει οποιαδήποτε τιμή, αρκεί αυτή να μην υπερβαίνει το περιθώριο ελαστικότητας που επιτρέπει η ζήτηση. Όποτε η παγκόσμια οικονομία επεκτείνεται σημαντικά, κάποια “ηγετικά” προϊόντα τίθενται υπό καθεστώς σχετικού μονοπωλίου, και είναι ακριβώς από τα κέρδη από αυτά τα προϊόντα, που μπορεί να επιτευθεί σημαντική συσσώρρευση κεφαλαίου. Οι διασυνδέσεις μεταξύ αυτών των προϊόντων συνθέτουν τη βάση για μια συνολική επέκταση της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτό το ονομάζουμε Α-φάση ενός κύκλου Kondratieff . Το πρόβλημα των καπιταλιστών είναι ότι όλα τα μονοπώλια αυτορευστοποιούνται, οσο καλά κι αν είναι προστατεύονται πολιτικά, λόγω του γεγονότος ότι η αγορά είναι ανοιχτή για νέους παραγωγούς. Φυσικά, η είσοδος νέων παραγωγών στην αγορά παίρνει χρόνο, αλλά αργά ή γρήγορα, ο βαθμός του ανταγωνισμού αυξάνεται, οι τιμές πέφτουν, και έτσι μειώνεται και το συνολικό περιθώριο κέρδους. Όταν τα κέρδη από τα ηγετικά προϊόντα μειωθούν αρκετά, η παγκόσμια οικονομία παύει να αυξάνεται και εισέρχεται σε μια περίοδο στασιμότητας, την Β-φάση ενός κύκλου Kondratieff .

Η δεύτερη συνθήκη που επιτρέπει την κερδοφορία στα πλαίσια του καπιταλισμού είναι η ύπαρξη μιας σχετικής παγκόσμιας τάξης. Παρόλο που οι παγκόσμιοι πόλεμοι προσφέρουν σε μερικούς επιχειρηματίες σημαντικές ευκαιρίες πλουτισμού, ταυτόχρονα επιφέρουν τεράστια καταστροφή σταθερού κεφαλαίου και έχουν σοβαρές επιπτώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο. Ο γενικός ισολογισμός των παγκόσμιων πολέμων δεν είναι θετικός, κάτι που ο Schumpeter σημείωσε επανειλημμένα. Η διασφάλιση μιας σχετικά σταθερής κατάστασης, που απαιτείται για την κερδοφορία, είναι ο ρόλος μιας ηγεμονικής δύναμης, αρκετά ισχυρής για να τη επιβάλλει σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι κύκλοι των ηγεμονιών ήταν πάντα πολύ μακρύτεροι από τους κύκλους Kondratieff : Σε έναν κόσμο πολλαπλών κυρίαρχων κρατών, όπως αποκαλούνται, η εγκαθύδριση μιας ηγεμονίας δεν είναι εύκολη. Ιστορικά, έγινε πρώτα από τις Ενωμένες Επαρχίες (Ολλανδία, κάτω χώρες) στα μέσα του 17ου αιώνα, μετά από το Ηνωμένο Βασίλειο, στα μέσα του 19ου αιώνα και τελικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες στα μέσα του 20ου αιώνα. Η άνοδος κάθε ηγεμονίας ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς σύγκρουσης με άλλες, εν δυνάμει ηγεμονίες. Μέχρι τώρα, ο νικητής ήταν το κράτος που κατόρθωνε να συγκεντρώσει την πιο αποδοτική παραγωγική τεχνογνωσία και στη συνέχεια να κερδίσει έναν “τριακονταετή πόλεμο” με το κύριο ανταγωνιστή του1. Μετά από αυτά, ο ηγεμόνας μπορεί να ορίσει τους κανόνες με τους οποίους λειτουργεί το σύστημα, να ρυθμίσει την απρόσκοπτη λειτουργία του και να μεγιστοποιήσει τη ροή του συσσωρρευμένου κεφαλαίου πρός τους πολίτες του και τις παραγωγικές του επιχειρήσεις. Αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως οιονεί μονοπώλιο της γεωπολιτικής ισχύος.

Το πρόβλημα της ηγεμονικής δύναμης είναι το ίδιο με αυτό μιας ηγετικής βιομηχανίας: Το μονοπώλιό της αυτορευστοποιείται. Πρώτον, ο ηγεμόνας πρέπει περιστασιακά να επιβάλει την τάξη με τη στρατιωτική ισχύ. Όμως οι πόλεμοι κοστίζουν σε χρήματα και ζωές και έχουν αρνητικό αντίκτυπο στους πολίτες της αυτοκρατορίας, των οποίων η αρχική υπερηφάνεια της νίκης μπορεί να εξατμιστεί μέσα στα αυξανόμενα κόστη των στρατιωτικών επεμβάσεων. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας είναι συχνά λιγότερο αποτελεσματικές από όσο αρχικά αναμενόταν, και αυτό ενισχύει εκείνους που θα επιθυμήσουν να αντισταθούν στο μέλλον. Δεύτερον, παρόλο που η οικονομική ισχύς του ηγεμόνα δεν ακολουθεί αμέσως πτωτική πορεία, η αντίστοιχη άλλων αναδυόμενων κρατών ακολουθεί ανοδική, κάνοντας τα κράτη αυτά λιγότερο πρόθυμα να συνταχθούν με τις επιταγές της ηγεμονίας. Ο ηγεμόνας εισέρχεται σε μια διαδικασία σταδιακής παρακμής σε σχέση με τις ανερχόμενες δυνάμεις. Η παρακμή αυτή μπορεί να είναι αργή, αλλά τελικά, μη αναστρέψιμη.

Αυτό που έκανε την ιστορική στιγμή του 1965-70 τόσο μοναδική ήταν η σύμπτωση αυτών των δύο ειδών καθοδικών τάσεων, το τέλος της ιστορικά πιο διευρυμένης Α-φάσης κύκλου Kondratieff και η αρχή της πτώσης του ιστορικά ισχυρότερου ηγεμόνα (ΗΠΑ). Δεν είναι τυχαίο το ότι η παγκόσμια επανάσταση του 1968 (1966-70 στην πραγματικότητα) έλαβε χώρα ακριβώς σε εκείνη την ιστορική περίοδο και αποτελούσε έκφρασή της.

Εκτοπίζοντας την Παλιά Αριστερά


Η παγκόσμια επανάσταση του 1968 σηματοδότησε μια τρίτη καθοδική τάση, που ιστορικά ωστόσο, συνέβη μία και μοναδική φορά στο νεωτερικό κοσμοσύστημα: Την παρακμή των παραδοσιακών αντι-συστημικών κινημάτων, της επονομαζόμενης Παλιάς Αριστεράς. Εχοντας στη σύνθεσή της κομμουνιστές, σοσιαλ-δημοκράτες και διάφορα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, η Παλιά Αριστερά αναδυόταν αργά και με δυσκολίες μέσα από το κοσμοσύστημα, κυρίως κατά το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα και το πρώτο μισό του 20ου. Ανήλθε από την αδυναμία του πολιτικού περιθωρίου στο οποίο βρισκόταν, ας πούμε το 1870, στο πολιτικό επίκεντρο, με συνεπακόλουθη αύξηση των δυνάμεών της, το 1950. Τα κινήματα αυτά άγγιξαν την κορυφή της κινητοποιούσας δύναμής τους κατά την περίοδο από το 1945 μέχρι το 1968, δηλαδή ακριβώς το ίδιο διάστημα που η παγκόσμια οικονομία πραγματοποιούσε την μεγαλύτερη ιστορική της επέκταση (η Α-φάση του κύκλου Kondratieff ) και η ηγεμονία των ΗΠΑ βρισκόταν στην ακμή της. Δεν νομίζω ότι αυτό ήταν τυχαίο, παρόλο που μοιάζει να είναι ενάντια στις κοινές διαισθήσεις. Η παγκόσμια οικονομική άνθιση έκανε τους επιχειρηματίες να πιστέψουν ότι οι εκχωρήσεις κάποιοων από τις υλικές διεκδικήσεις των εργαζομένων τους, θα κόστιζαν λιγότερο από την διακοπή της παραγωγικής διαδικασίας. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό σήμαινε άυξηση του κόστους παραγωγής, που ήταν και ένας από τους λόγους του τέλους των ψεύδο-μονοπωλίων στις ηγετικές βιομηχανίες. Αλλά οι περισσότεροι επιχειρηματίες παίρνουν αποφάσεις που μεγιστοποιούν τα βραχυπρόθεσμα κέρδη, π.χ στα επόμενα τρία χρόνια, και αφήνουν το μέλλον στους θεούς.

Οι πολιτικές της ηγεμονικής δύναμης επηρεάστηκαν από παράλληλους προβληματισμούς. Η διατήρηση της σχετικής σταθερότητας στο παγκόσμιο κοσμοσύστημα ήταν βασικός στόχος, αλλά οι ΗΠΑ έπρεπε να ζυγίσουν το κόστος των κατασταλτικών δραστηριοτήτων από τη μια, με το κόστος των εκχωρήσεων των απαιτήσεων από εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, από την άλλη. Διστακτικά στην αρχή, αλλά περισσότερο αποφασιστικά στη συνέχεια, η Ουάσινγκτον άρχισε να προωθεί μια ελεγχόμενη “από-αποικιοποίηση”, που είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο αυτών των κινημάτων στην εξουσία. Έτσι, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960, θα μπορούσε κανείς να πεί ότι τα κινήματα της Παλιάς Αριστεράς είχαν επιτύχει τον ιστορικό στόχο της κατάκτησης της εξουσίας σχεδόν παντού, τουλάχιστον στα χαρτιά. Τα κομμουνιστικά κόμματα βρίσκονταν στην εξουσία σχεδόν στο ένα τρίτο του κόσμου. Η σοσιαλ-δημοκρατία βρισκόταν, ή εναλλασσόταν στην εξουσία, στο μεγαλύτερο κομμάτι ενός ακόμη τρίτου του κόσμου: τον πανευρωπαϊκό κοσμο (pan-European world ). Επιπρόσθετα, η κύρια πολιτική των σοσιαλ-δημοκρατικών κομμάτων, το Κράτος Πρόνοιας, είχε γίνει αποδεκτό από τους συντηρητικούς αντιπάλους τους. Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα είχαν έρθει στην εξουσία στο μεγαλύτερο μέρους του από-αποικιοποιούμενου κόσμου και το ίδιο ίσχυε για λαϊκά κινήματα στην Λατινική Αμερική. Πολλοί αναλυτές θα ασκούσαν κριτική στα κινήματα αυτά σήμερα, αλλά αυτό είναι μονο για να ξεχνούν το φόβο που κατέλαβε τα πλουσιότερα και πιο συντηρητικά στρώματα απέναντι σε αυτό που έμοιαζε στα μάτια τους με ένα παντοδύναμο κύμα καταστροφικού εξισωτισμού, εξοπλισμένου με κρατική εξουσία.

Η παγκόσμια επανάσταση του 1968 άλλαξε τα πάντα. Τρία σημεία κυριαρχούσαν στις πολλαπλές της εξεγέρσεις: Το πρώτο, ότι η ισχύς της ηγεμονίας των ΗΠΑ είναι υπερεκτιμημένη και η ηγεμονία αυτή καθεαυτή, ευάλωτη. Στο Βιετνάμ η επίθεση Tet (Tet offensive ) θεωρήθηκε η αρχή του τέλους των πολεμικών επιχειρήσεων. Οι επαναστάτες επιτέθηκαν και στον ρόλο της ΕΣΣΔ, την οποία έβλεπαν ως ένα συμμετέχοντα στην αμερικανική ηγεμονία, ένα συναίσθημα που κέρδιζε παντού έδαφος, τουλάχιστον από το 1956. Το δέυτερο σημείο, ότι τα κινήματα της Παλιάς Αριστεράς είχαν αποτύχει να εκπληρώσουν τις ιστορικες τους υποσχέσεις. Όλες οι πολιτικές τάσεις που συναποτελούσαν το στρατόπεδο της Παλιάς Αριστεράς βασίζονταν στην αποκαλούμενη στρατηγική των δύο σταδίων: Πρώτα παίρνουμε την κρατική εξουσία, μετά αλλάζουμε τον κόσμο. Οι ακτιβιστές των κινημάτων του ’68 έλεγαν: Πήρατε την εξουσία, αλλά δεν αλλάξατε τον κόσμο. Αν θέλουμε πραγματικά να αλλάξουμε τον κόσμο, χρειαζόμαστε νέα κινήματα και νέες στρατηγικές. Η κινέζικη Πολιτιστική Επανάσταση θεωρήθηκε από πολλούς ως το μοντέλο αυτής της δυνατότητας. Το τρίτο σημείο, ότι η Παλιά Αριστερά είχε αγνοήσει τους ξεχασμένους ανθρώπους, τους καταπιεσμένους λόγω φυλής, φύλλου, εθνικότητας ή σεξουαλικού προσανατολισμού. Οι ακτιβιστές αξίωναν την επικαιροποίηση των αιτημάτων για ισότητα για όλους, που δεν μπορούσαν πια να αναβάλλονται για κάποιο μέλλον. Με πολλόυς τρόπους, το κίνημα για τα δικαιώματα των μαύρων στις ΗΠΑ, με αιχμή τους Μαύρους Πάνθηρες, είναι ιδανικό παράδειγμα.

Η παγκόσμια επανάσταση του 1968 ήταν ταυτόχρονα μια τεράστια πολιτική επιτυχία και μια τεράστια πολιτική αποτυχία. Αναδύθηκε όπως ο Φοίνικας, διαδόθηκε κατά μήκος της υδρογείου, αλλά στα μέσα της δεκαετίας του 1970 έμοιαζε να έχει εξαφανιστεί από παντού. Τί είχε πετύχει με την άγρια φλόγα της; O κεντρώος φιλελευθερισμός είχε αποκαθηλωθεί από το βάθρο της κυρίαρχης ιδεολογίας του κοσμοσυστήματος και ήταν πια μία μόνο εναλλακτική ανάμεσα σε άλλες. Τα κινήματα της Παλιάς Αριστεράς, ως κινητοποιοί κάθε είδους ριζικής αλλαγής, τελείωσαν. Αλλά η θριαμβολογία του ’68 αποδείχτηκε ρηχή και πρόωρη. Η παγκόσμια δεξιά ήταν όμοια απελευθερωμένη από τις προσκολλήσεις στον κεντρώο φιλελευθερισμό. Επωφελήθηκε από την παγκόσμια οικονομική στασιμότητα και την κατάρρευση της Παλιάς Αριστεράς, για να περάσει στην αντεπίθεση με τη μορφή της νεο-φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Οι κύριοι στόχοι ήταν να “πάρει πίσω” όλα τα κεκτημένα, από την ανοδική Α-φάση του κύκλου Kondratieff , των χαμηλότερων στρωμάτων του πληθυσμού, να μειώσει τα κόστη παραγωγής, να καταστρέψει το κράτος πρόνοιας και να επιβραδύνει την πτώση της αμερικανικής ηγεμονίας. Η προέλασή της έμοιαζε να κορυφώνεται το 1989, όταν η παύση του σοβιετικού ελέγχου πάνω στους δορυφόρους της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, και η διάλυση της ΕΣΣΔ, έδειχναν έναν νέο της θρίαμβο .

Η επίθεση της παγκόσμιας Δεξιάς ήταν ταυτόχρονα μια μεγάλη επιτυχία και μια μεγάλη αποτυχία. Αυτό που διατήρησε την δυνατότητα κεφαλαιακής συσσώρευσης κατά την δεκετία του ’70, ήταν η στροφή στα μέσα κερδοφορίας, από τις παραγωγικές διαδικασίες, στις χρηματοπιστωτικές μεθοδεύσεις, σωστότερα, στην κερδοσκοπία. Ο βασικός μηχανισμός ήταν η ενίσχυση της κατανάλωσης μέσω του δανεισμού. Αυτό είναι κάτι που συνέβη σε κάθε Β-φάση ενός κύκλου Kondratieff . Η διαφορά αυτή τη φορά ήταν στο μέγεθος. Την μεγαλύτερη Α-φάση επέκτασης στην ιστορία, διαδέχτηκε ένας πραγματικός κερδοσκοπικός παροξυσμός. Φούσκες εμφανίζονταν παντού στο κοσμοσύστημα. Από τα εθνικά χρέη του τρίτου κόσμου και του σοσιαλιστικού μπλόκ την δεκαετία του ’70, στα ομόλογα-σκουπίδια των μεγάλων εταιριών το ’80, τον δανεισμό των καταναλωτών το ’90 και το κρατικό χρέος των ΗΠΑ κατά την περίοδο της διακυβέρνησης Μπους. To σύστημα κινήθηκε από φούσκα σε φούσκα και αυτή τη στιγμή δημιουργεί άλλη μία, με τη “διάσωση” των τραπεζών και το τύπωμα δολλαρίων.

Η καθοδική τάση στην οποία έχει περιέλθει ο κόσμος θα συνεχιστεί αρκετό καιρό και είναι ιδιαίτερα βαθιά. Θα καταστρέψει και τους τελευταίους πυλώνες της σχετικής οικονομικής σταθερότητας, το ρόλο του αμερικανικού δολλαρίου ως μέσο αποταμίευσης πλούτου. Αφού συμβεί αυτό, το βασικό μέλημα κάθε κυβέρνησης στον κόσμο θα είναι να αποφύγει εξεγέρσεις άνεργων εργαζομένων, και των μεσοστρωμάτων που βλέπουν τις αποταμιεύσεις και τις συντάξεις τους να εξανεμίζονται. Προς το παρόν, οι κυβερνήσεις στρέφονται στον προστατευτισμό και τυπώνουν χρήμα ως πρώτη γραμμή της άμυνας. Τέτοια μέτρα μπορεί να απαλύνουν πρόσκαιρα τον πόνο των απλών ανθρώπων, αλλά είναι πιθανό να οξύνουν το πρόβλημα ακόμη περισσότερο. Μπαίνουμε σε ένα συστημικό αδιέξοδο, από το οποίο η διαφυγή θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Αυτό θα εκφραστεί με ακόμη ισχυρότερες διακυμάνσεις και αναταράξεις, που θα κάνουν τις βραχυπρόθεσμες προβλέψεις, τοσο σε οικονομικό, όσο και και σε πολιτικό επίπεδο, κοινή μαντεία. Αυτό με τη σειρά του, θα οξύνει τους φόβους των ανθρώπων και θα εντείνει το αίσθημα της αποξένωσης.

Μερικοί ισχυρίζονται ότι η αρκετά βελτιωμένη οικονομική θέση της Ασίας, (Ιαπωνία, Ν.Κορέα, Ταϊβάν, Κίνα και σε μικρότερο βαθμο, Ινδία), θα επιτρέψει μια ανάκαμψη των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, μέσω μιας απλής γεωγραφικής μετεγκατάστασης. Άλλη μια πλάνη! Η σχετική άνοδος της Ασίας είναι γεγονός, αλλά γεγονός που υποβαθμίζει ακόμη περισσότερο τον καπιταλισμό, αφού επιτρέπει την υπερ-επέκταση της κατανομής υπεραξίας, και έτσι μειώνει την συνολική συσσώρρευση των επί μέρους κεφαλαίων, αντί να την αυξάνει. Η ανάπτυξη της Κίνας επιταχύνει την δομική συμπίεση του κέρδους στην καπιταλιστική κοσμό-οικονομία.

Συστημικά κόστη συντήρησης2


Είναι σε αυτό το σημείο, που θα πρέπει να λάβουμε υπ’όψην τις κοσμικές3 τάσεις του κοσμοστήματος, σε αντιδιαστολή με τους κυκλικούς ρυθμούς του. Οι ρυθμοί αυτοί είναι είναι κοινοί σε πολλά είδη συστημάτων, και είναι κομμάτι της λειτουργίας τους, της αναπνοής τους αν θέλετε. Όμως οι Β-φάσεις δεν τελειώνουν ποτέ στο σημείο στο οποίο οι προηγούμενες, Α-φάσεις ξεκίνησαν. Μπορούμε να σκεφτούμε μια ανοδική τάση, ως μια συνεισφορά σε ένα σύνολο αργών, ανοδικών καμπυλών, κάθε μια από τις οποίες προσεγγίζει την δική της ασύμπτωτη. Στην καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία, δεν είναι δύσκολη η διάκριση ανάμεσα στις καμπύλες με τον σημαντικότερο ρόλο. Δεδομένου του ότι ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα στο οποίο η ατέρμονη συσσώρρευση κεφαλαίου είναι πρωτεύον αίτημα, και δεδομένου ότι η συσσώρρευση επιτυγχάνεται μέσω της κερδοφορίας από τις αγορές, το κομβικό σημείο είναι η παραγωγή προϊόντων με κόστος μικρότερο από την τιμή πώλησης. Πρέπει συνεπώς να καθορίσουμε το τί προσμετράται στο κόστος της παραγωγής και το τί καθορίζει τις τιμές. Λογικά, τα κόστη παραγωγής προέρχονται από τους μισθούς, τις πρώτες ύλες και την ανανέωσή τους και την φορολογία. Και τα τρία αυτά κόστη αυξάνονται, ως ποσοστό επί των πραγματικών τιμών πώλησης των προϊόντων, και αυτό ισχύει παρά τις επαναλαμβανόμενες προσπάθειες των καπιταλιστών να τα μειώσουν, και παρά τα διαδοχικά κύματα τεχνολογικών και οργανωτικών καινοτομιών, που έχουν αυξήσει την αποκαλούμενη αποδοτικότητα της παραγωγής.

Το κόστος των μισθών, δηλαδή οι αποζημιώσεις των εργαζομένων, μπορούν με τη σειρά τους να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες: Στα κόστη που αφορούν στο σχετικά ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, στις μέσες ομάδες εργαζομένων και στους υψιλόμισθους μάνατζερς. Γενικά, οι μισθοί των ανειδίκευτων εργατών εμφανίζουν ανοδική τάση κατά τη διάρκεια μιας Α-φάσης, ως αποτέλεσμα συνδικαλιστικής δράσης συνήθως. Όταν η άυξηση φτάσει σε δυσβάσταχτα ύψη για συγκεκριμένους επιχειρηματίες, κυρίως στο χώρο των ηγετικών βιομηχανιών, η μετεγκατάσταση σε περιοχές με ιστορικά χαμηλότερους μισθούς είναι ο βασικός τρόπος αντιμετώπισης της στασιμότητας της Β-φάσης. Αν παρόμοια συνδικαλιστική δράση λάβει χώρα στη νέα παραγωγική έδρα, ακολουθεί παρόμοια μετακίνηση. Οι μετακινήσεις αυτές είναι ακριβές, αλλά αποδίδουν. Παρόλα αυτά, σε παγκόσμιο επίπεδο, παρατηρείται κορεσμός, ως παρενέργεια: Οι περικοπές ποτέ δεν αντισταθμίζουν ολοκληρωτικά τις αυξήσεις. Σε διάρκεια 500 χρόνων η επαναλαμβανόμεη αυτή διαδικασία έχει εξαντλήσει τις περιοχές που είναι πρόσφορες για τη μεταγκατάσταση του κεφαλαίου. Αυτό είναι εμφανές από την ένταξη των μεγαλύτερων κομματιών των πληθυσμών αγροτικών περιοχών σε μισθολογικό καθεστώς, σε παγκόσμιο επίπεδο.4

Η αύξηση του κόστους της εργατικής δύναμης είναι το αποτέλεσμα, πρώτον, της διεύρυνσης των παραγωγικών μονάδων, που απαιτούν περισσότερους εργαζόμενους της μέσης ομάδας (ανάμεσα στους ανειδίκευτους και τους υψηλόμισθους). Δεύτερον, του ότι οι πολιτικοί κίνδυνοι από την συνδικαλιστική οργάνωση των σχετικά ανειδίκευτων εργαζομένων, αντιμετωπίζεται με την διεύρυνση των ενδιάμεσων στρωμάτων εργαζομένων, που λειτουργούν ως πολιτικοί σύμμαχοι των ανώτερων στρωμάτων και αποτελούν υπόδειγμα κινητικότητας ανέλιξης για την ανειδίκευτη πλειοψηφία. Στο μεταξύ, η αύξηση του κόσους των υψηλόβαθμων μανατζερς είναι το αποτέλεσμα της αυξανόμενης πολυπλοκότητας των επιχειρησιακών δομών, του περίφημου διαχωρισμού ανάμεσα σε ιδιοκτησία και έλεγχο. Αυτό επιτρέπει στους μάνατζερς να απομυζούν μεγαλύτερο κομμάτι των κερδών, μειώνοντας το συνολικό ποσό του κεφαλαίου προς επαν-επένδυση από τους ιδιοκτήτες. Η αύξηση αυτή ήταν θεαματική κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Τα λειτουργικά κόστη αυξάνονται για παρόμοιους λόγους. Οι καπιταλιστές στοχεύουν στην εξωτερίκευση του κόστους, δηλ. Επιδιώκουν να μην πληρώνουν το ακριβές αντίτιμο που αντιστοιχεί στην διαχείρηση τοξικών αποβλήτων, την ανανέωση των πρώτων υλών που χρησιμοποιούν, και την κατασκευή υποδομών. Από τον 16ο αιώνα μέχρι το 1960 η εξωτερίκευση του κόστους ήταν κοινή πρακτική, στην οποία οι πολιτικές αρχές γενικά συναινούσαν. Τα απόβλητα απλά πετούναν σε δημόσιους χώρους. Αλλά ο δημόσιος χώρος, διαθέσιμος γι αυτόν το σκοπό, έχει λιγοστέψει σημαντικά, σε συνδυασμό και με την αστικοποίηση (deruralization) της εργατικής δύναμης. Οι συνέπειες στην υγεία και το κόστος τους έχουν αυξηθεί τόσο πολύ, και είναι τόσο άμεσες στη “μητρόπολη”, που εγείρουν αιτήματα για περισσότερο έλεγχο και φιλική προς το περιβάλλον παραγωγή. Οι διαθέσιμοι πόροι είναι επίσης σημαντικό πρόβλημα, άμεσο αποτέλεσμα της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού. Η συζήτηση για την έλλειψη ενεργειακών πόρων, νερού και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης, όπως τα ψάρια και το κρέας είναι πια πολύ διαδεδομένη. Τα κόστη της μεταφοράς και της επικοινωνίας ακουλουθούν επίσης αυξητική πορεία, καθώς αυτά γίνονται ολοένα ταχύτερα και αποτελεσματικότερα. Ιστορικά, οι επειχειρηματίες πλήρωναν μόνο ένα μικρό κομμάτι του κόστους των υποδομών. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η αύξηση της πολιτικής πίεσης προς τις κυβερνήσεις να αναλάβουν μεγαλύτερο κομμάτι διαχείρησης του κόστους των αποβλήτων, της ανανέωσης των πρώτων υλών και της επέκτασης των υποδομών και των δικτύων. Προς αυτή την κατεύθυνση οι κυβερνήσεις δεν έχουν άλλη εναλλακτική από την αύξηση της φορολογίας, με παράλληλη πίεση προς τους επιχειρηματίες να εσωτερικεύσουν μεγαλύτερο ποσοστό του συνολικού κόστους, πράγμα που φυσικά μειώνει το περιθώριο κερδοφορίας.

Τέλος, η φορολογία αυξάνεται διαρκώς. Υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη φορολογίας και αυτά περιλαμβάνουν το κρυφό χαράτσι της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος. Η φορολογία αυξήθηκε καθώς διευρύνθηκε το βελινεκές της παγκόσμιας οικονομίας και οι κρατικές γραφειοκρατίες, ωστόσο ο βασικός μοχλός πίεσης είναι τα αντισυστημικά κινήματα, που πιέζουν τις κυβερνήσεις για παιδεία, υγεία και εισοδηματική ασφάλεια. Κάθε ένας από αυτούς του παράγοντες έχει επεκταθεί, τόσο γεωγραφικά όσο και ως προς το επιπέδο υπηρεσιών που απαιτούνται. Καμιά κυβέρνηση σήμερα δεν εξαιρείται από την πίεση να συντηρήσει κάποιο κράτος πρόνοιας, ακόμα και αν οι μέριμνες αυτού διαφέρουν.

Όλα τα είδη κόστους της παραγωγής έχουν αυξηθεί σταθερά ως ποσοστό επί των πραγματικών τιμών πώλησης των αγαθών, που προκύπτουν από την παραγωγή, με τη διαφορά ότι οι αυξήσεις αυτές επήλθαν μέσα από τις διαδοχικές εναλλαγές Α και Β φάσεων κύκλων Kondratieff, μέσα σε ένα διάστημα 500 χρόνων, της ζωης του “υπαρκτού καπιταλισμού”. Οι πιο δραματικές αυξήσεις παρατηρήθηκαν κατά την περίοδο μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Δεν θα μπορούσαν ίσως οι τιμές πώλησης των προϊόντων απλά να αυξηθούν, διατηρώντας το περιθώριο κερδοφορίας; Αυτό ακριβώς είναι που επιχειρήθηκε μετά το 1970, με τη μορφή της αύξησης των τιμών μέσω εκτεταμένης κατανάλωσης, η οποία με τη σειρά της βασίστηκε στον δανεισμό των νοικοκυριών. Η οικονομική κατάρρευση, στο μέσο της οποίας βρισκόμαστε σήμερα, δεν είναι παρά η αύξηση των ορίων ως προς την ελαστικότητα της ζήτησης. Όταν όλοι ξοδεύουν πολύ πάνω από το πραγματικό τους εισόδημα, φτάνει ένα σημείο στο οποίο κάποιος πρέπει να σταματήσει να ξοδεύει, και αρκετά σύντομα, όλοι νιώθουν πως πρέπει να κάνουν το ίδιο.

Μάχες για τη διαδοχή


Η σύζευξη των τριών αυτών στοιχείων, το μέγεθος του “φυσιολογικού” κραχ, η αύξηση στα κόστη παραγωγής και η επιπλέον πίεση που δέχεται το σύστημα από την ανάδυση της Κίνας (και της Ασίας), σημαίνει πως έχουμε εισέλθει σε μια δομική κρίση. Το σύστημα είναι κατά πολύ μακράν της ισορροπίας και οι αναταράξεις είναι τεράστιες. Από δώ και στο εξής θα ζούμε μέσα σε μια διαρκή διακλάδωση της συστημικής διαδικασίας5. Το ερώτημα δεν είναι πια “πώς θα καταφέρει το καπιταλιστικό σύστημα να εφαρμόσει διορθωτικές κινήσεις για να ξαναβρεί την δυναμική του;”, αλλά περισσότερο “τί θα αντικαταστήσει αυτό το σύστημα, ποια τάξη θα αναδυθεί από αυτό το χάος;”

Μπορούμε να δούμε αυτήν την περίοδο συστημικής κρίσης ως μια μάχη για το διάδοχο σύστημα. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ενδογενώς μη προβλέψιμο, αλλά η φύση αυτής της μάχης είναι ξεκάθαρη. Αντιμετωπίζουμε εναλλακτικές επιλογές, που μπορεί να μην είναι δυνατόν να περιγραφούν λεπτομερώς, με ακαδημαϊκή καθαρότητα, αλλά μπορούν χονδρικά να καθορισούν οι βασικές γραμμές τους. Μπορούμε συλλογικά να επιλέξουμε ένα νέο σύστημα που ουσιαστικά προσομοιώνει το παρόν: Ιεραρχικό, εκμεταλλευτικό και πολωτικό. Υπάρχουν πολλές μορφές που θα μπορούσε να πάρει αυτό, και πολλές είναι αγριότερες από το παρόν καπιταλιστικό σύστημα. Εναλλακτικά, θα μπορούσαμε να επιλέξουμε ένα ριζικά διαφορετικό σύστημα, που δεν έχει υπάρξει μέχρι τώρα, ένα σύστημα που προάγει μια σχετική δημοκρατία και ισότητα. Αποκαλώ τις δύο εναλλακτικές “πνεύμα του Νταβός” και “πνεύμα του Πόρτο Αλέγκρε” αντίστοιχα, αλλά τα ονόματα δεν έχουν και τόσο μεγάλη σημασία. Αυτό που είναι σημαντικό είναι να δούμε τις οργανωτικές στρατηγικές του κάθε μοντέλου, σε μια μάχη που εξελίσσεται χονδρικά από το 1968 και μπορεί να μην τερματιστεί πριν από το 2050.

Πρώτα θα πρέπει να τονίσουμε τα δύο βασικά χαρακτηριστικά μιας δομικής κρίσης. Λόγω των τόσο ισχυρών αναταράξεων, η πίεση για την επιστροφή στην ισορροπία είναι σχετικά μικρή. Κατά τη διάρκεια της μακράς, “κανονικής” ζωής του συστήματος, αυτή η πίεση ήταν ο λόγος για τον οποίο εκτεταμένες κοινωνικές κινητοποιήσεις, οι “επαναστάσεις”, είχαν πάντα περιορισμένα αποτελέσματα. Όταν ωστόσο το σύστημα είναι μακράν της ισορροπίας, το αντίθετο μπορεί να συμβεί, μικρής εμβέλειας κοινωνικές κινητοποιήσεις μπορούν να έχουν δραματικά συνολικά αποτελέσματα, αναλογικά με την ίδια τη δυναμική τους, κάτι που η επιστήμη που μελετά την πολυπλοκότητα των δυναμικών συστημάτων ονομάζει “φαινόμενο της πεταλούδας”.Θα μπορούσαμε επίσης να το δούμε ως την στιγμή κατά την οποία η πολιτική ατζέντα κυριαρχεί πάνω στον δομικό ντετερμινισμό. Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό είναι ότι σε κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν υπάρχει μια μικρή ηγετική ομάδα που καθορίζει τις εξελίξεις. Μια λειτουργική “εκτελεστική επιτροπή των κυρίαρχων τάξεων”, ή ένα πολίτμπιρό των καταπιεζόμενων μαζών. Ακόμη και μεταξύ αυτών που εμπλέκονται άμεσα στην πάλη για το διάδοχο σύστημα, υπάρχουν πολλαπλοί παίκτες, κάθε ένας από τους οποίους τονίζει διαφορετικές σημαντικότητες. Οι δύο ομάδες των συνειδητοποιημένων ακτιβιστών,, και από τις δύο πλεύρές, έχουν σημαντικές δυσκολίες στο να πείσουν τις ευρύτερες πλειοψηφίες που αποτελούν την δυνητική βάση της οργανωτικής μεταστροφής. Με λίγα λόγια, το χάος της δομικής κρίσης αντανακλάται στην στην σχετικά άναρχη σύνθεση και κατάσταση των δύο στρατοπέδων.

Το στρατόπεδο του “Νταβός” είναι βαθιά διχασμένο. Υπάρχουν αυτοί που επιθυμούν να θεσμοθετίσουν ένα σκληρό, καταπιεστικό σύστημα, που αναδεικνύει τον ρόλο των προνομιούχων κυρίαρχων πάνω σε υποτακτικούς υπηκόους. Μια δεύτερη ομάδα πιστεύει πως ο δρόμος για τον έλεγχο και τα προνόμια περνάει μέσα από ένα αξιοκρατικό σύστημα, που μπορεί να πετύχει τη συναίνεση που απαιτείται για την αναπαραγωγή του, με την ελαχιστοποίηση της ισχύος και την μεγιστοποίηση της πειθούς. Η ομάδα αυτή μιλά τη γλώσσα της ριζικής αλλαγής που αναδύθηκε από τα αντισυστημικά κινήματα, ένα πράσινο σύμπαν, μια πολυπολιτισμική ουτοπία, αξιοκρατία για όλους, στα πλαίσια όμως της διατήρησης του πολωμένου και άνισου συστήματος. Στο στρατόπεδο του “Πόρτο Αλέγκρε” υπάρχει είναι παρόμοιο πνεύμα. Υπάρχουν αυτοί που οραματίζονται έναν ιδιαίτερα αποκεντρωμένο κόσμο, που πριμοδοτεί την ορθολογική, μακροπρόθεσμη κατανομή πόρων πάνω από την οικονομική ανάπτυξη και επιτρέπει την καινοτομία, χωρίς τη δημιουργία θυλάκων υπερ-εξειδίκευσης, μη ελέγξιμων από την κοινωνία συνολικά. Μια δεύτερη ομάδα προσανατολίζεται προς τον μετασχηματισμό “από τα πάνω”, από ομάδες διαχειριστών και ειδικών. Οραματίζονται ένα ακόμη πιο συντονισμένο και συνεκτικό σύστημα, έναν τυπικό εξισωτισμό χωρίς πραγματική καινοτομία. Έτσι αντί για μια μάχη ανάμεσα σε δύο αντιπάλους για το διάδοχο σύστημα, βλέπω μια τριπλή μάχη, ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα, και μια εσωτερική μάχη σε κάθε στρατόπεδο. Είναι μια κατάσταση σύγχισης, ηθικά και πολιτικά. Το αποτέλεσμα είναι θεμελιωδώς αβέβαιο.

Τι πρακτικές κινήσεις μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε από εμάς για να προωθήσει αυτή τη διαδικασία; Δεν υπάρχει μια τυπική ατζέντα, υπάρχουν μόνο γραμμές έμφασης. Στην κορυφή της λίστας θα τοποθετούσα άμεσες, βραχυπρόθεσμες δράσεις για τον κατευνασμό του πόνου που προκαλεί η κατάρρευση του παρόντος συστήματος και τις συγχίσεις της μετάβασης. Κάποια από αυτά θα μπορούσαν να είναι μια εκλογική νίκη, που θα στηρίξει τους μη-έχοντες. Μεγαλύτερη προστασία νομικών και πολιτκών δικαιωμάτων. Μέτρα ενάντια στην περεταίρω διάβρωση του πλανητικού πλούτου και την δημιουργία συνθηκών για συλλογική επιβίωση. Ωστόσο αυτά μόνα τους, δεν είναι βήματα προς τη δημιουργία του νέου συστήματος που χρειαζόμαστε. Απαιτείται σοβαρή πνευματική δουλειά και διάλογος για τις παραμέτρους του τύπου του συστήματος που θέλουμε και την στρατηγική της μετάβασης. Αυτό προϋποθέτει προθυμία να ακούσουμε αυτούς που θεωρούμε καλοπροαίρετους, ακόμη κι αν δεν συμφωνούν μαζί μας. Ο διάλογος σίγουρα θα ενισχύσει την συντροφικότητα και θα προστατεύσει από τον σεχταρισμό, που πάντα ήταν σημείο ήττας των αντι-συστημικών κινημάτων. Τέλος, θα μπορούσαμε οποτεδήποτε είναι δυνατό, να προωθούμε εναλλακτικούς, από-κερδοποιημένους (decommodified) τρόπους παραγωγής. Αυτό μπορεί να καταδείξει τα όρια πολλών συγκεκριμένων μεθόδων και να πείσει για την ύπαρξη άλλων τρόπων διατήρησης της απαραίτητης παραγωγής, από ένα σύστημα αμοιβών βασισμένο στο κέρδος. Επιπρόσθετα, η πάλη ενάντια στις θεμελιώδεις ανισότητες του κόσμου μας, που πηγάζουν από φύλο, τάξη και εθνικότητα/θρησκεία, θα πρέπει να είναι στην προμετωπίδα της δράσης μας. Αυτό είναι και το δυσκολότερο, μιας και κανείς δεν είναι αναμάρτητος και η παγκόσμια κουλτούρα που κληρονομήσαμε είναι ανοιχτά εναντίον μας. Χρειάζεται επίσης να πούμε ότι θα πρέπει να αποφύγουμε κάθε σκέψη σχετική με το ότι η Ιστορία είναι στο πλευρό μας; Έχουμε μια 50-50 πιθανότητα να δημιουργήσουμε έναν καλύτερο κόσμο. Αλλά το 50-50 είναι πολύ. Πρέπει να προσπαθήσουμε να αδράξουμε την τύχη ακόμη κι αν μας ξεφεύγει. Τί άλλο χρήσιμο μπορεί να κάνει κανείς;

1Σημείωση δικιά μου: Τον όρο «τριακονταετής πόλεμος» χρησιμοποίησαν οι Arrighi, Wallerstein και Amin την δεκαετία του ’70, για να περιγράψουν την περίοδο 1914–1945 και τις μάχες για την παγκόσμια ηγεμονία, που οδήγησαν στην άνοδο των ΗΠΑ.

2Μεταφράζω ως “κόστος συντήρησης” την λεξη “overhead” που χρησιμοποιείται στο κείμενο και σημαίνει, σε οικονομικά συμφραζόμενα, τις συνεχιζόμενες διαχειριστικές δαπάνες μιας επιχείρησης (ή μιας διαδικασίας γενικότερα), που δεν συνεισφέρουν απ’ευθείας στο τελικό παραγόμενο προϊόν. Αντίστοιχος αγγλικός όρος είναι το “burden cost”.

3“secular”, κοσμικό, σε αντιδιαστολή με το “πνευματικό”, “θρησκευτικό”.

4Deruralization. Rular areas ονομάζονται οι μεγάλες απομονωμένες και αραιοκατοικημένες εκτάσεις γης, όπου η τοπική οικονομία είναι βασισμένη σε ένα δίκτυο αυτόνομων παραγωγών, αγροτικών ή άλλων προϊόντων. Deruralization είναι η διαδικασία κατά την οποία οι εκτάσεις αυτές “αξιοποιούνται” από μεγάλους παραγωγούς (εταιρίες, βιομηχανίες), υποτάσσοντας τους ντόπιους πραραγωγούς στην ενιαία οργανωμένη παραγωγή, με συνεπακόλουθη αστικοποίηση της περιοχής.

5Σημείωση δικιά μου: Τον όρο διακλάδωση (bifurcation) η συστημική θεωρία δανείζεται από την μαθηματική θεωρία δυναμικών συστημάτων, και τον χρησιμοποιεί με πολύ πιο ελαστικό τρόπο, αλλά βασικά με το ίδιο νόημα. Στα συμφραζόμενα της συστημικής θεωρίας, ο όρος εκφράζει εκείνη τη στιγμή στην εξέλιξη ενός συστήματος, όπου οι εσωτερικές, δομικές του αντιφάσεις το αναγκάζουν να μετατραπεί σε κάτι διαφορετικό. Σε συμφραζόμενα θεωρίας δυναμικών συστημάτων, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αλλάζουν οι βασικοί ελκυστές του συστήματος, οι εξισώσεις δηλαδή στις οποίες τείνει η συμπεριφορά του με το πέρασμα του χρόνου. Αυτή η στιγμή είναι “σημείο χωρίς επιστροφή”, κατά την οποίο το σύστημα βρίσκεται μπροστά σε ένα σύνολο διαφορετικών εναλλακτικών (διακλαδώσεων), κάθε μια από τις οποίες οδηγεί σε κάτι διαφορετικό από αυτό που το σύστημα ήταν μέχρι τότε.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s